Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

Αναφορά στον Μπουζιάνη – Μνήμη Σταύρου Ιωάννου

ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ  - ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΜΟ

Trii Art Hub, πεζόδρομος Δράκου 9, Μετρό ΦΙΞ. 

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων:
21/12/17 ώρα 20:00 Εγκαίνια
22/12/17 ώρα 19:00 Ομιλία και ξενάγηση στην έκθεση, με τον Μάνο Στεφανίδη.
05/01/18 ώρα 18:00 Ομιλία και ξενάγηση στην έκθεση, με τον Μάνο Στεφανίδη.
ώρα  19:00 Ιστορική αναδρομή στον Εξπρεσιονισμό (Ευρώπη και Αμερική) και ανοιχτά εργαστήρια επάνω στις τεχνικές του.
09/01/18 ώρα 18:00 Ομιλία και ξενάγηση στην έκθεση, με τον Μάνο Στεφανίδη
ώρα 19:00 Ζωγραφίστε σαν μεγάλοι εξπρεσιονιστές. Ανοιχτό εργαστήρι για
παιδιά. (Για τα εργαστήρια  δηλώστε συμμετοχή στο 210 9210333)
16/01/18 ώρα 20:00 Finissage με τον Μάνο Στεφανίδη και καλλιτέχνες της έκθεσης




Αναφορά στον Μπουζιάνη – Μνήμη Σταύρου Ιωάννου

 «Η ψευδαίσθηση δεν μπορεί να είναι ο σκοπός της τέχνης»
  Schelling
Υπάρχει μια ζωγραφική που διευθετεί και καθησυχάζει αλλά υπάρχει και μια ζωγραφική που αναδεύει τα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης  που ακυρώνει τις αισθητικές βεβαιότητες και που ξεβολεύει τους εφησυχασμένους. Που δεν διακοσμεί αλλά επιχειρηματολογεί για τα δικαιώματα της απελπισίας και για την τρυφερότητα που συχνά κρύβει η βία κάποιων εικόνων, κάποιων κειμένων. Η μόνη επιτρεπτή μορφή βίας τελικά.
Στην κάπως ωραιοπαθή και μονοσήμαντη πορεία της ζωγραφικής μας υπάρχει ένας καλλιτέχνης που από μόνος του δημιουργεί ένα ολόκληρο ρεύμα. Πρόκειται για τον Γεώργιο Μπουζιάνη (1885-1959), προφητικό εισηγητή του μεσοπολεμικού Εξπρεσιονισμού στην συντηρητική κοινωνία της Αθήνας. Ο Μπουζιάνης ουσιαστικά ανακαλύπτεται μετά θάνατον από έναν μικρό κύκλο αφοσιωμένων θαυμαστών των οποίων ηγείτο ο εστέτ Γιώργος Μουρέλος αλλά και από τους καλλιτέχνες που γεννήθηκαν μετά το 1940 και ωρίμασαν ως δημιουργοί κατά την περίοδο της Δικτατορίας. Επρόκειτο για κάποιους, ευάριθμους εραστές της χειρονομιακής, παράφορης έκφρασης, εκείνης δηλαδή που έφερνε το ένδον έξω και που απολύμαιναν το τελάρο τους από το οποιοδήποτε ελληνοκεντρικό φολκλόρ. Εννοώ τον Σταύρο Ιωάννου (1945-2009), τον Μάκη Θεοφυλακτόπουλο, τον Μανώλη Πολυμέρη, τον Κυριάκο Μορταράκο κλπ αλλά και τους νεότερους Θράφια, Γιάννη Τζερμιά, Νίκο Κασκούρα, Γιώργο Λαναρά κλπ. Την ομάδα συμπληρώνει ένας μεγάλος Έλληνας της Διασποράς, ο John Christoforou (1921-2014).



Αργότερα βέβαια, κυρίως στην δεκαετία του '80 κατά τον αφελή «επαναστατισμό»  της Μεταπολίτευσης έγιναν και ο Μπουζιάνης και ο Εξπρεσιονισμός δημοφιλής μόδα η οποία κορυφώθηκε με την λεγόμενη Πανελλήνια της Μελίνας, στον ΟΛΠ του Πειραιά το 1989, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Ήταν τότε, το 1989 που οργάνωσα στη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηναίων την ομαδική έκθεση «Αναφορά στον Μπουζιάνη»  με κάποιους ιστορικούς πίνακες του ίδιου του μεγάλου δημιουργού και είκοσι περίπου νεότερων θαυμαστών του. Ερευνώντας για μια ζωγραφική στα όρια της απολυτότητας και της απόγνωσης. Αφού πρέπει να διακυβεύεται, κάτι οφείλει να χάνεται ή και να πεθαίνει για να γεννηθεί ένα έργο τέχνης. Αλλιώς μιλάμε για διακοσμητικότητες. Κάτι πρέπει να λείπει για να ξεδιπλωθεί ένα αφήγημα σημειώνει ο terry Eagleton.
Θα το πω εν είδει αφορισμού. Ο κλασικιστής ζωγράφος ζωγραφίζει τον κόσμο. Ο εξπρεσιονιστής το χάος του κόσμου. Την εσωτερική άβυσσο. Ο μαθητής του Μόραλη Σταύρος Ιωάννου δεσπόζει σε αυτόν τον  «κύκλο των χαμένων ποιητών» μαζί με τον Μάκη Θεοφυλακτόπουλο. Αλλά επίσης και με τον Νίκο Χουλιάρα, τον Γιάννη Παρασκευαΐδη, τον Γιάννη Μιχαηλίδη, το Μηνά, τον Μανώλη Πολυμέρη, τον Χρόνη Μορταράκο, τον Κώστα Λάχα, τη Βάνα Ξένου, το Νίκο Κασκούρα, τον Κυριάκο Μορταράκο, το Γιάννη Φωκά, την Πελαγία Κυριαζή, τον Γιάννη Αδαμάκο, τη Μαριλένα Ζαμπούρα, τον Λάκη Πατρασκίδη, τον Γιάννη Κουράκη, τον Γιάννη Αντωνόπουλο, τον Περικλή Γουλάκο, τον Δημήτρη Ράτσικα, τον Θράφια, τον Γιάννη Τζερμιά, τον Γιώργο Μπουρναζάκη, τον Γιώργο Ξένο, τον Θανάση Μακρή, τον Νίκο Κρυωνίδη, τον Τάσο Μαντζαβίνο, τον Γιώργο Λαναρά, τον Εδουάρδο Σακαγιάν κλπ. Το 1983 με την έκθεση του στην Ώρα και τα ανάλογα αφιερώματα του περιοδικού  «Εικαστικά»  ο Σταύρος Ιωάννου κατοχυρώνοντας την ιδιαίτερη γραφή του, γίνεται ευρύτερα γνωστός. Το 1985 συμμετέχει στην σημαντική έκθεση «Νέοι Έλληνες ζωγράφοι- Διαδρομές»  στην Πινακοθήκη Πιερίδη και στο πλαίσιο της «Αθήνας, πολιτιστικής πρωτεύουσας». Ήδη πια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας εγχώριας πρωτοπορίας.
Η ιδιαιτερότητα του Σταύρου Ιωάννου έγκειται στο ότι συνδυάζει την δυναμική εξπρεσιονιστική χειρονομία και το βαθύ χρωματικό λυρισμό. Πολιτικοποιημένος αλλά όχι προπαγανδιστής μιας πολιτικής ιδέας μοιράζεται συνεχώς καλλιτεχνικά ανάμεσα στις δυνατότητες του χάους που του προσφέρει η εικόνα αλλά και στην ανάγκη για την ύπαρξη μιας στοιχειώδους δομής της εικόνας. Έστω και αν ψάχνει φαντάσματα σε έναν λαβύρινθο. Ακριβώς για αυτό, τα ώριμα έργα του μοιάζουν με τους σκελετούς ενός φανταστικού κτίσματος, ενός πύργου από τραπουλόχαρτα. Από τις πρώτες του σπουδαστικές νεκρές φύσεις ως τα τελευταία του εκρηκτικά τοπία της Αίγινας, ο Ιωάννου παραμένει μοναδικός κολορίστας, όχι της επιδερμίδας αλλά της ψυχής.
Με ποια χρώματα ζωγραφίζει το inferno; Πώς φωτίζεται το υποσυνείδητο; Ποια εικόνα επαρκεί για να προσεγγίσει το αόρατο, ένδον τοπίο; Ο ζωγράφος της Αφαίρεσης και του αφηρημένου εξπρεσιονισμού μοιάζει με τον τυφλωμένο Οιδίποδα. Αυτό συνιστά και την καταδίκη και τη σωτηρία του. Δεν χρειάζεται να βλέπει επειδή ξέρει ότι η Αφαίρεση καθίσταται μια θεολογία χωρίς θεό. Αφού μέσα από το φως ακόμη και το κενό αποκτά υπόσταση. Και η τέχνη μεταμορφώνεται σε εκείνον τον Λαβύρινθο, στον οποίο ο Μίτος δίνεται στην έξοδο και όχι στην είσοδο.



Πόση ζωή χωράει ο θάνατος; Πόσο νόμιμη είναι η αντιστροφή του προηγούμενου ερωτήματος; Δηλαδή πόσο θάνατο χωράει η ζωή για να είναι πράγματι αντάξια του ονόματός της; Και πόσο, τέλος, αντέχουμε αυτή την ισορροπία ανάμεσα στη λαχτάρα της ζωής και το φόβο του θανάτου; Η τέχνη, με όλα της τα πρόσωπα είναι μια ελπίδα και ένα σωσίβιο απέναντι στον φόβο αυτό. Είναι ένα πολύτιμο κλειδί για να ξεκλειδώσουμε τον ούτως ή άλλως ερμητικά κλειδωμένο κόσμο. Ο Γιάννης Τσαρούχης, ζωγράφος όσο και διανοούμενος, έλεγε συχνά: «Υπάρχουν δύο σχολές έκφρασης. Από τη μια η φαντασία της πραγματικότητας κι απ’ την άλλη η πραγματικότητα της φαντασίας». Να αποτολμήσω και μια τρίτη; Εννοώ το αβέβαιο ταξίδι ανάμεσα στο αντικείμενο και την απομυθοποίησή του, αιτία και για τη σημερινή μας αλλοτρίωση σύμφωνα με το Roland Barthes. Με άλλα λόγια το δράμα των πραγμάτων που δεν αντέχουν (δεν αντέχουμε) το νόημά τους. Ο Σταύρος Ιωάννου, ο Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, ο Κυριάκος Μορταράκος, ο Μανώλης Πολυμέρης, ο Θράφια, ο Γιάννης Τζερμιάς, ο Νίκος Κασκούρας, ο Γιώργος Λαναράς κλπ με ενστικτώδεις χειρονομίες, δραματική φόρτιση της πινελιάς και ταξίδια στον λαβύρινθο του υποσυνείδητου έδωσαν εικόνες που αντιστέκονται σε εύκολες ερμηνείες ως αληθινοί διάδοχοι του Γεωργίου Μπουζιάνη.
Σήμερα, με την ομαδική έκθεση στο Trii επιχειρώ, έστω αποσπασματικά, έναν αναστοχασμό και της εποχής και των αισθητικών χαρακτηριστικών που επιβίωσαν έκτοτε συγκροτώντας τη ζωγραφική ιστορία του σήμερα. Αυτό που τελικά ενδιαφέρει. Αναφορά στον Μπουζιάνη λοιπόν δηλαδή αναφορά σ’ εκείνη τη ζωγραφική που αγωνίζεται να καταστήσει εικόνα τα σκοτεινά σύμβολα της ψυχής και να μεταμορφώσει τον υπαρξιακό φόβο σε καταπράυνση. Τέλος, η έκθεση αυτή τιμά την μνήμη ενός φίλου ζωγράφου που έφυγε βασανισμένος και πολύ γρήγορα από κοντά μας αλλά χαρακτήρισε με το ανήσυχο έργο του μια ολόκληρη εποχή.



Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Μνημόσυνο γιορτής



Η κυρία Βαρβάρα που έλεγε κι ο Παύλος Μάτεσις κι ο κυρ Σπύρος που έλεγε όλη η γειτονιά. Στη ταράτσα της Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη 143, στον Άγιο Δημήτριο Ταμπουρίων, γιορτή μάλλον της 25ης Μαρτίου 1960;
Η φωτογραφία εφιαλώθηκε σε στρόγγυλο πιάτο αργότερα στην Γιοκοχάμα όταν ο πατέρας μας ταξίδεψε με ναυτικό φυλλάδιο ως τρίτος μηχανικός. Πρώτα χρόνια της Δικτατορίας. Σαν σήμερα, 4 Δεκεμβρίου, της Αγίας Βαρβάρας, εγκαινιαζόταν για το σπίτι μας η εορταστική περίοδος των Χριστουγέννων που διαρκούσε ως τ' Αγιαννιού. Άνοιγε το σαλόνι, το λεγόμενο "ψυγείο" γιατί δεν θερμαινόταν ποτέ, άναβε ο πολυέλαιος, στόλιζαμε το δέντρο και περιμέναμε επισκέψεις. Γιόρταζε η νοικοκυρά του σπιτιού!
Έρχονταν λοιπόν συγγενείς, φίλοι και γείτονες. Λικέρ, κουαντρώ, φοντάν, αμυγδαλωτά, γλυκά του κουταλιού. Αργότερα και ουίσκι με φυστίκια. Προσέξτε το κολιέ και το μαύρο φόρεμα της μάνας μου. Τα φορούσε σε ανάλογες εκδηλώσεις επί δεκαετίες. Ο πατέρας μου μάλλον φοράει το γαμπριάτικο του το οποίο αργότερα μεταποιήθηκε για μένα όταν πήγα τέταρτη Γυμνασίου. Το φόρεσα με πολύ καμάρι. Ιδιαίτερα το γιλέκο.
Σήμερα η μάνα μας γιορτάζει αλλού, αλλιώς με άπλετη φωτοχυσία στους ουρανούς καθώς συνεπικουρεί και η δεύτερη μέρα της Πανσελήνου.
Χρόνια σου πολλά μαμά. Όσο ζω εγώ κι ο Πάρις το ξέρεις πως θα γιορτάζεις. Και δεν πειράζει που δεν θα φας γλυκό αν και σου αρέσει τόσο. Δεν είπαμε; Τα γλυκά στην ηλικία σου δεν ενδείκνυνται.

(το τσολιαδάκι εδώ είμαι εγώ κι ο μπόμπιρας είναι ο Πάρις).

 
Η γιορτή του Μπαμπά 

Σήμερα, 12 Δεκεμβρίου, γιορτάζει ο κυρ Σπύρος. Μια εβδομάδα μετά από την μαμά, την κυρία Βαρβάρα. Όπως τότε. Όπως όλα τα χρόνια. Όπως πάντα. Τουλάχιστον όσο ζούμε ο Πάρις κι εγώ. Έτσι μπαμπά; Ώσπου να συναντηθούμε όλοι σε εκείνη την λαμπερή αστερόσκονη που μας δημιούργησε. Και τότε θα είναι πάλι γιορτή. Αλλιώς.
Ξέρεις μπαμπά όσο μεγαλώνω η εξίσωση αντιστρέφεται. Κάποτε σου έμοιαζα εγώ. Και ξέρεις πόσο καμάρωνα. Όσο τουλάχιστον καμάρωνες και εσύ για τον πρωτότοκο. Τώρα πια μου μοιάζεις εσύ. Μου μοιάζεις κάθε χρόνο και περισσότερο. Τόσο που σού μιλάω το πρωί στον καθρέφτη.
Ξέρεις μπαμπά κάποτε, ο χρόνος μόνο ξέρει πότε, δεν θα ξεχωρίζει ο ένας από τον άλλο.

Κάθε φιλί κι ο Ιούδας του



Η επιθυμία. Ο δισταγμός. Η αναμονή. Που φαίνεται αιώνας. Ο φόβος. Λίγο πριν τολμήσεις ν' αγγίξεις τον ουρανό. Την άκρη άκρη των συνόρων του κόσμου. Λίγο πριν το τελικό σμίξιμο των χειλιών. Όταν όλες οι άλλες αισθήσεις συμπυκνώνουν σε μίαν μόνο αίσθηση την ένταση τους. Στην αφή. Κι έπειτα, αμέσως μετά, στη γεύση. Τα μάτια κλειστά βέβαια. Μάταια. Βλέπεις τα πάντα έστω κι αν δεν βλέπεις τίποτα. Μυρίζεις το δέρμα, αισθάνεσαι τους πόρους. Είναι η στιγμή που με τα μάτια κλειστά, βλέπεις όσα δεν τόλμησες ποτέ σου να δεις. Που υπάρχεις μόνο γιατί αισθάνεσαι. Δεν χορταίνεται αυτή η αίσθηση.
Είσαι ήδη ευτυχισμένος λίγο πριν την ευτυχία. Κι όμως. Λίγο μετά - ο χρόνος μηδενίζεται στον έρωτα - όλα θα είναι αλλιώς... Λίγο μετά οι αμφιβολίες, η ανασφάλεια, η ζήλια, η προδοσία, ο χωρισμός, το πένθος. Λίγη σημασία έχει ποιος φταίει. Δεν φταίει κανείς. Αυτοί είναι οι κανόνες.
Ήδη η ζωή στα μυστικά της εργαστήρια προετοιμάζει το επόμενο φιλί. Ήδη σε προετοιμάζει. Αυτό που για σένα είναι αδιανόητο αυτή την στιγμή. Κι όμως υπάρχει! Και θάρθει. Αυτοί είναι οι κανόνες.
Ευτυχισμένοι λοιπόν όσοι αξιώθηκαν κι αντάλλαξαν τέτοια φιλιά, παρά το αναπόφευκτο κόστος τους. Άξιζε μισή ζωή όσα έζησαν σε μισό λεπτό. Σαν τον μεγάλο, απίστευτα τρυφερό μου φίλο Τάκη που μού σημάδεψε τη ζωή όσο καιρό στάθηκε κοντά μου. Που μου έμαθε πως οι ηλικίες είναι απλά αριθμοί και πως πρέπει να παίρνεις με ταπεινοφροσύνη ό τι η ζωή σού προσφέρει. Και να στραγγίζεις το ποτήρι. Ούτως ή άλλως πάντα διψασμένος θα είσαι... Αυτοί είναι οι κανόνες.
Καλή αντάμωση φίλε.

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΣΩΜΆΤΩΝ


( ... κι ενώ η μπάντα του Ναυτικού παιανίζει το τροπάριο του Αγίου Νικολάου και την "Πορνογραφία" του Μάνου Χατζιδάκι...)

Με ρωτάτε για την έκθεση και απαντώ χωρίς υπεκφυγές: Παρά την υπερπροσφορά εικαστικού γυμνού, ερωτικής φωτογραφίας κλπ. το παρουσιαζόμενο συνήθως αποτέλεσμα είναι μάλλον βαρετό, αναμενόμενο, ακαδημαϊκό.
Εγώ ήθελα κάτι αλλιώτικα τολμηρό που να κινείται στα όρια της επιθυμίας και της παρέκκλισης και τους ζωγράφους να ζωγραφίζουν τη ζωή τους κι όχι αφηρημένες ιδέες. Ήθελα πίνακες που να μην φοβούνται την απεικόνιση των γεννητικών οργάνων ή των λεσβιακών συμπλεγμάτων, να μην αποφεύγουν τόσο τα ομοφυλόφιλα θέματα όσο και το κιτς που συχνά ο ρεαλισμός αντιπροσωπεύει. Κυρίως αυτό. Επειδή έχω βαρεθεί τον καθωσπρέπει μοντερνισμό των Σχολών. Και την ζωγραφική δι' οικογενείας. Κι επειδή υπάρχουν ζωγράφοι που ενώ τρώνε "πόρτα" από τις γκαλερί λόγω "ακαταλληλότητας" των θεμάτων τους, συνεχίζουν να ζωγραφίζουν την καύλα τους. Το εκτιμώ και με συγκινεί αυτό.
Στην ομαδική έκθεση λοιπόν των τριών "Το Σώμα. Ο Έρωτας" πρωταγωνιστούν τα φετίχ, τα ταμπού, τα σώματα που δεν υποδύονται αλλά ζουν την ηδονή. Ακόμη και τα εννοιολογικά έργα της ενότητας στάζουν ίμερο. Χωρίς φόβο, χωρίς ενοχές. Αλλά και με το πένθος που συνοδεύει τις απώλειες να υποφώσκει διακριτικά. Στο κάτω κάτω όλα στο μυαλό μας βρίσκονται.
Και βέβαια "εκτίθενται" και τα ανάλογα κείμενα στο ομότιτλο βιβλίο. Συχνά εξίσου εξομολογητικά και "οριακά" ως προς το τι γράφεται και τι όχι. Με την Κική Δημουλά να υπεραμύνεται της ερωτικότητας των θνητών σωμάτων. Αλλά για αυτά δεν επιτρέπεται να μιλάω εγώ.
ΥΓ 1. Σκέφτομαι πως ο αντιερωτισμός των Αγγέλων δεν οφείλεται τόσο στο συζητήσιμο φύλο αλλά στην αθανασία τους. Χωρίς ρίσκο έρωτας δεν υφίσταται.
ΥΓ 2. Το Σάββατο, το μεσημεράκι θα πούμε ίσως περισσότερα με ούζο και κρασί. Διαφωνώντας αν χρειάζεται.



Η τελετουργία των καταστροφών


Πέρασαν και φέτος τα Δεκεμβριανά με την θεσμοποιημένη ασφυξία του κέντρου και την τυποποιημένη υποκουλτούρα των καταστροφών. Οι λίγοι "εκλεκτοί" εναντίον όλων των υπολοίπων. Ημών των προσκυνημένων όπως θέλει ο βολικός μύθος.
Άλλη μια εξέγερση δηλαδή που έγινε μαραζωμένη επαίτειος και μόδα στα χέρια των επαγγελματιών. Κατά τα πρότυπα του Πολυτεχνείου. Με την κυβέρνηση των τραπεζών και των τραπεζιτών να τρίβει τα χέρια της για το μπάχαλο που ξενερώνει ακόμη περισσότερο τον κόσμο, την κοινωνία πιο κατατονική και πιο παραιτημένη από ποτέ, την αριστερά της ευκαιρίας να πουλάει τη μάνα της και τον πατέρα της και την Αθήνα μια αβίωτη, πολιορκημένη και παρανοϊκή πόλη. Στα όρια της παραφροσύνης. Έτοιμο υλικό για την επόμενη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη. Και του χρόνου.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Θεόδωρος Στάμος (1922-1997) - REDS





(από τη συλλογή του Ζαχαρία Πορταλάκη)

Με ποια χρώματα ζωγραφίζεται το Inferno; Πως φωτίζεται το υποσυνείδητο; Ποια εικόνα επαρκεί για να προσεγγίσει το αόρατο, ένδον τοπίο; Ο ζωγράφος της Αφαίρεσης μοιάζει με τον τυφλωμένο Οιδίποδα. Αυτό συνιστά και την καταδίκη και την σωτηρία του. Δεν χρειάζεται να βλέπει επειδή ξέρει. Η Αφαίρεση είναι μια θεολογία χωρίς θεό.
Ο Θεόδωρος Στάμος μετά την εκρηκτική πρώτη περίοδο της σταδιοδρομίας του με τα Biomorphics, τα Sun Boxes και τα Infinity Fields γνωρίζει ένα μεγάλο διάστημα ψυχικών ανατροπών και καλλιτεχνικής αμφιβολίας. Μέλος των Irascibles (1951), δηλαδή της διάσημης όσο και μαχητικής ομάδας του αμερικανικού αφηρημένου εξπρεσιονισμού και επιστήθιος φίλος των πιο διακεκριμένων της σχολής της Νέας Υόρκης, όπως ο Barnett Newman, ο Arshile Gorki, ο Fernand Léger, ο Clifford Still ή ο Mark Rothko, επιτυγχάνει από νωρίς αυτό ο κάθε φιλόδοξος δημιουργός επιδιώκει: το αναγνωρίσιμο ύφος, την προσωπική γραφή, την σημαίνουσα μορφή (significant form) όπως το ήθελε ο Clive Bell. Όμως αυτό δεν έφτανε. Την αναγνώριση ακολούθησε η αμφισβήτηση και τη φήμη η καχυποψία. Επιστρέφοντας ο Στάμος στην Ελλάδα μακριά από τα συμφέροντα των εμπόρων και τα στρατηγικά παιχνίδια των εμπόρων δημιουργεί στη Λευκάδα από το 1986 ως το 1994 την πιο συνταρακτική αυτοεξομολογητική ενότητα, τα Reds.
Πρόκειται πάλι για Ατέρμονα Πεδία (Infinity Fields), εμπνευσμένα από μια Λευκάδα ιδανική και απρόσιτη, τα οποία όμως καταυγάζονται από κρύφιο φως και διαπερνώνται από μεταφυσικό ρίγος. Δεν υπάρχουν πλέον εγκιβωτισμένοι ήλιοι έτοιμοι να εκραγούν ούτε αχανείς ορίζοντες αλλά μόνο πυρακτωμένες γραφές, νευρικές, αυθόρμητες και βίαιες σαν γλώσσες πυρός. Ο πάντα στοχαστικός Στάμος γίνεται εδώ υπαινικτικά μεταφυσικός ζωγραφίζοντας τον θάνατο, τον δικό του ή τον δικό μας αδιάφορο, με τους τρόπους της τέχνης, δηλαδή της ζωής.
Κι αν οι περισσότεροι εκπρόσωποι της Σχολής της Νέας Υόρκης συμβιβάστηκαν σε έναν εγκεφαλικό φορμαλισμό, ο Στάμος παρέμεινε ως το τέλος υπαρξιακά εξπρεσιονιστής και ένας κλασικός της αφαίρεσης. Ο ασυμβίβαστος ρομαντισμός του διαφαίνεται στον τελευταίο, ημιτελή του πίνακα που είναι αφιερωμένος στον Van Gogh και αποτελεί το αποκορύφωμα αυτού του αφιερώματος.

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Σταύρος Ιωάννου, η ζωγραφική και ο λαβύρινθος

(Από τις συλλογές  Γ. Κωστόπουλου, Σίσσυς Βαμβακά) 

 




Μέσα απ' το φως ακόμη και το κενό αποκτά υπόσταση. Και η τέχνη είναι εκείνος ο Λαβύρινθος, στον οποίο ο Μίτος δίνεται στην έξοδο κι όχι στην είσοδο.

 

Θα το πω εν είδει αφορισμού: Ο κλασικιστής ζωγράφος ζωγραφίζει τον κόσμο, ο εξπρεσιονιστής το χάος του κόσμου. Την εσωτερική άβυσσο. Η 2n Art Thessaloniki, τιμώντας τη μνήμη του Σταύρου Ιωάννου, κατ’ ουσίαναναψηλαφεί μια ζωγραφική πρόταση που σχηματίζεται και κυριαρχεί στην δεκαετία του ’80 προτείνοντας ένα εικαστικό όραμα το οποίο διαφοροποιείται τόσο από τις γραφικότητες  της γενιάς του ’30 και από τον υπερφίαλο διεθνισμό της γενιάς του ’60. Βασική της θεματολογία υπήρξε η επώδυνη ιθαγένεια όπως διαμορφώνεται μετά από μια ντροπιαστική δικτατορία αλλά και η κατάδυση στις αντιφάσεις του βαθύτερου εαυτού. 

Επιμελούμενος για την φετινή Art Thessaloniki τις αναδρομικές παρουσιάσεις του Θεόδωρου Στάμου και του Σταύρου Ιωάννου, δυο ζωγράφων τόσο διαφορετικών άλλα με μια εντυπωσιακά κοινή αισθητική στόχευση, δηλαδή το ένδον τοπίο, θέλω να αποτίσωφόρο τιμής στον ελληνικό εξπρεσιονισμό καλύπτοντας ένα κενό στην ιστορία της ελληνικής τέχνης. Μετά τον Μάριο Πράσινο που παρουσίασα πέρσι από την Συλλογή του Γ. Κωστόπουλου, φέτος ήρθε η σειρά δυο αφανών μεν πρωταγωνιστών μιας τέχνης όμως που εκκινώντας από την Ελλάδα μπορεί και αναφέρεται σε όλο τον κόσμο.

Ο μαθητής του Μόραλη Σταύρος Ιωάννου (1945-2009) δεσπόζει σε αυτόν τον «κύκλο των χαμένων ποιητών»  μαζί με τον Μάκη Θεοφυλακτόπουλο. Αλλά επίσης και με το Νίκο Χουλιαρά, τον Γιάννη Παρασκευάδη, τον Γιάννη Μιχαηλίδη, το Μηνά, το Μανώλη Πολυμέρη, τον Χρόνη Μπότσογλου, τον Κώστα Λαχά, τη Βάνα Ξένου, το Νίκο Κασκούρα, τον Κυριάκο Μορταράκο, τον Γιάννη Φωκά, την Πελαγία Κυριαζή, στον Γιάννη Αδαμάκο, τη Μαριλένα Ζαμπούρα, Τον Λάκη Πατρασκίδη, τον Γιάννη Κουράκη, τον Γιάννη Αντωνόπουλο, τον Περικλή Γουλάκο, τον Δημήτρη Ράτσικα, τον Θράφια, τον Γιάννη Τζερμιά, τον Γιώργο Μπουρναζάκη, τον Γιώργο Ξένο, τον Θανάση Μακρή, τον Νίκο Κρυωνίδη, τον Τάσο Μαντζαβίνο, τον Γιώργο Λαναρά, τον Εδουάρδο Σακαγιάν, κλπ. 




Πόση ζωή χωράει ο θάνατος; Πόσο νόμιμη είναι η αντιστροφή του προηγούμενου ερωτήματος; Δηλαδή πόσο θάνατο χωράει η ζωή για να είναι πράγματι αντάξια του ονόματός της; Και πόσο, τέλος, αντέχουμε αυτή την ισορροπία ανάμεσα στη λαχτάρα της ζωής και το φόβο του θανάτου; Η τέχνη, με όλα της τα πρόσωπα είναι μια ελπίδα και ένα σωσίβιο απέναντι στο φόβο αυτό. Είναι ένα πολύτιμο κλειδί για να ξεκλειδώσουμε τον ούτως ή άλλως ερμητικά κλειδωμένο κόσμο. Ο Γιάννης Τσαρούχης, ζωγράφος όσο και διανοούμενος, έλεγε συχνά: «Υπάρχουν δύο σχολές έκφρασης. Από τη μια η φαντασία της πραγματικότητας κι απ’ την άλλη η πραγματικότητα της φαντασίας». Να αποτολμήσω και μια τρίτη; Εννοώ το αβέβαιο ταξίδι ανάμεσα στο αντικείμενο και την απομυθοποίησή του, αιτία και για τη σημερινή μας αλλοτρίωση σύμφωνα με το Roland Barthes. Με άλλα λόγια το δράμα των πραγμάτων που δεν αντέχουν (δεν αντέχουμε) το νόημά τους. Ο Σταύρος Ιωάννου με ενστικτώδεις χειρονομίες, δραματική φόρτιση της πινελιάς και ταξίδια στο λαβύρινθο του υποσυνείδητου έδωσε εικόνες που αντιστέκονται σε εύκολες ερμηνείες ως αληθινός διάδοχος του Γεωργίου Μπουζιάνη.

Είναι ενδεικτικό πως το 1988 ονόμασα «Αναφορά στον Μπουζιάνη» την ομαδική έκθεση που διοργάνωσα στη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηναίων και στην οποία συμμετείχαν οι περισσότεροι από τους παραπάνω καλλιτέχνες. Το 1983 με την έκθεσή του στην Ώρα και τα ανάλογα αφιερώματα του περιοδικού «Εικαστικά» ο Σταύρος κατοχυρώνοντας την ιδιαίτερη γραφή του, γίνεται ευρύτερα γνωστός. Το 1985 συμμετέχει στηνσημαντική έκθεση «Νέοι Έλληνες ζωγράφοι –Διαδρομές» στην Πινακοθήκη Πιερίδη και στο πλαίσιο της «Αθήνας, πολιτιστικής πρωτεύουσας». Ήδη πια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας εγχώριας πρωτοπορίας. 

Η ιδιαιτερότητα του Σταύρου Ιωάννου έγκειται στο ότι συνδυάζει την δυναμική εξπρεσιονιστική χειρονομία και τον βαθύ χρωματικό λυρισμό. Πολιτικοποιημένος αλλά όχι προπαγανδιστής μις πολιτικής ιδέας μοιράζεται συνεχώς καλλιτεχνικά ανάμεσα στις δυνατότητες του χάους που του προσφέρει η εικόνα αλλά και στην ανάγκη για την ύπαρξη μιας στοιχειώδους δομής αυτής της εικόνας. Έστω και αν ψάχνει φαντάσματα σε ένα λαβύρινθο. Ακριβώς για αυτό, τα ώριμα έργα του μοιάζουν με τους σκελετούς ενός φανταστικού κτίσματος, ενός πύργου από τραπουλόχαρτα. Από τις πρώτες του σπουδαστικές νεκρές φύσεις ως τα τελευταία του εκρηκτικά τοπία της Αίγινας, ο Ιωάννου παραμένει μοναδικός κολορίστας, όχι της επιδερμίδας αλλά της ψυχής.