Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του ελαφρολαϊκού

Στην Καίτη Φράγκου που της άρεσε 

Αχ το ευσυγκίνητο, επιλεκτικά νοσταλγικό φ. μπ. και το κοινό του που πριν έναν χρόνο ακριβώς θρηνούσαν απαρηγόρητα τον πρίγκιπα. Συντετριμμένα από τον θάνατο του λαϊκού τραγουδιστή και ηθοποιού Τόλη Βοσκόπουλου. Και τον αποχαιρέτησε μάλιστα κι ολόκληρος πρωθυπουργός ενώ κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη! (Τέτοιας τιμής δεν αξιώθηκε ούτε ο Νίκος Καρούζος, ούτε ο Κώστας Πασχάλης). Ως λαϊκό είδωλο προφανώς. Αλλά και ως προφήτης της έκτοτε κυρίαρχης, ελαφρολαϊκής κουλτούρας. Easy come easy go. Μεταμοντέρνο χωρίς να έχει προηγηθεί το σοκ του μοντέρνου. Σαν τον ουρανοξύστη στο Ελληνικό. Ή σαν τον Μαζωνάκη στη Στέγη.
Όσο για μένα ο Τόλης - με όλη τη συμπάθεια για την απώλεια του φυσικού προσώπου και τον σεβασμό του πένθους των συγγενών του - υπήρξε η χρυσή μετριότητα μιας ακόμη πιο μέτριας εποχής. Τον κρίνω ως δημόσιο πρόσωπο και ως σταρ που λατρεύτηκε από τις μάζες. Τον παρακολουθούσα απο παιδί και για μεναυ ανέκαθεν εκπροσωπούσε άψογα το λαϊκοπατριωτικό κιτς της χούντας, το παντελόνι καμπάνα, το μακρύ μαλλί με τη φαβορίτα, το ανοιχτό πουκάμισο με τα μεγάλα πέτα, το επιτηδευμένο μελό και την αισθητική των ταινιών του Δαλιανίδη. Δηλαδή την μικροαστικοποίηση και το σταθερό μαγάρισμα του λαϊκού τραγουδιού, ενός πολύτιμου υλικού της κοινής μας ευαισθησίας:

Ποιός ήτανε πριν από μένα
Μέσα στο σαλονάκι σου
Και δύο τσιγάρα αναμένα
Υπάρχουν στο τασάκι σου!

Ψύλλοι στ' αυτιά μου μπήκανε κλπ.

Ή το αμίμητο: 
Το κορίτσι μου, τ' αμάξι
Κι ό,τι άλλο αγαπώ
Αν κανείς μού τα πειράξει
Μες τη φυλακή θα μπω!

Ήγουν την απαρχή της νεοπλουτίστικης επίδειξης και του δήθεν με τις ξανθιές παναγιές ή τα φεγγάρια - τάληρα της τρελής κονόμας... (Λευτέρης Παπαδόπουλος)! 

Το φεγγάρι πάνω 'θε μου
ασημένιο τάληρο
και με το κορίτσι Θέ μου
πάμε για το Φάληρο!

 Τον σώζει μόνο ό τι τραγούδησε από τον Ζαμπέτα. Ο οποίος αν και έζησε στην ίδια παρακμή και πρωταγωνίστησε στον εφιαλτικό, ψυχαγωγικό κινηματογράφο δι' οικογενείας της μετά τον Φίνο περιόδου, ήξερε, αυτοσαρκαζόμενος πρώτος, να ειρωνεύεται και να ξεφτιλίζει και την εποχή αλλά και τα "αστέρια" της.
Ο Τόλης, πάλι, έκανε ολόκληρη σχολή της "γυναικωτής" ψιλής φωνής του κόντρα τενόρου. Θυμάστε λ.χ τον επίγονο του Λάκη Αλεξάνδρου; Κι όλα αυτά τα χρόνια λίγο πριν, λίγο μετά τη μεταπολίτευση κι ενώ τραγουδούσαν ακόμα ο Καζαντζίδης, ο Γαβαλάς κι ο Μπιθικώτσης, έλαμπαν ο Διονυσίου, ο Νίκος Δημητράτος, η Μοσχολιού ή ο Ξυλούρης ενώ πρωτοεμφανίζονταν ο Πάριος, ο Νταλάρας, η Γαλάνη, ο Μητροπάνος κι η Αλεξίου. 
Ο Βοσκόπουλος, από την άλλη, είναι η χλωμή μετεξέλιξη του Κόκκοτα. Τελευταίος επίγονος του ο Πανταζής. Ή όχι; Ο Θεός λοιπόν να τον αναπαύσει και να συγχωρέσει και τον ίδιο και την εποχή του. 
(Για να μη θυμηθώ την φιλία με τον Αντρέα και άλλους αστέρες του ΠΑΣΟΚ, τις Άντζελες - που μετά έγιναν υπουργοί της Ν.Δ - την προηγούμενη, τρομερή σύζυγο, τα σκάνδαλα, τα παιδιά, τα δικαστήρια, τα Δειλινά, τις Νεράιδες, τα Καν Καν, τα Στορμ, τα πρωτοσέλιδα στην Απογευματινή και το Έθνος, πίστες με κάσες οινoπνεύματος που καιγόταν και βουνά πιάτων, παπιγιόν, γραβάτες βερυκοκί και σατέν, πράσινα σακάκια, καψουρονεόπλουτους, πρώην παράγοντες της χούντας που τώρα ήταν μούρες της Αλλαγής, καζινάρχες κλπ). 
Τα θυμήθηκα όλα αυτά, έναν χρόνο μετά την εκδημία του, όχι με ευχαρίστηση και τα γράφω επειδή μάς διαβάζουν και νεότεροι οι οποίοι δεν έχουν ζήσει την εποχή των faux bijoux και των faux ειδώλων. Bizous και φιλάκια σε όλους τους βαρυπενθούντες! 

ΥΓ. Το ότι γεννήθηκε στην Κοκκινιά δεν μου λέει και πολλά πράγματα. Πια. Κι εγώ γεννήθηκα στα Ταμπούρια. Οι πάλαι ποτέ καμπάνες του Αστέρα τον εκπροσωπούν περισσότερο. Ήτανε, λένε, χρυσό παιδί. Το φαντάζομαι. Όπως ήταν και χρυσό λαρύγγι...

Κι ένας λατρεμένος Ζαμπέτας από τότε:
Σ' αυτές τις στράτες https://g.co/kgs/Q2iwyy

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Κρέοντα!

Κρέοντα! Δεν είμαστε αντάξιοι σου...

Τόσα χρόνια στα σχολεία της αποστήθισης και του χαβαλέ δεν μάθαμε ουσιαστικά ποιος είναι ο Κρέων. Θα το μάθουμε τώρα και απ' αυτούς;
 Ποιός, λοιπόν, γ@μιέται πιο επιτυχημένα σ' αυτή τη χώρα; Ο πρωθυπουργός; Ο Κρέων; Εμείς;  Ή, μήπως εκείνοι οι γελοίοι που αντιλαμβάνονται το τραγικό αποκλειστικά με τους όρους που καταλαβαίνουν, δηλαδή του γελοίου; Σαν μικροαστικό δράμα; Σαν καρικατούρα του τραγικού; Σαν τον "Κατήφορο" του Δαλιανίδη για παράδειγμα ο οποίος ακόμη διαμορφώνει αισθητική;
Κι έπειτα οι ηθοποιοί...Τι τραγωδία κι αυτοί. Χωρίς όμως κάθαρση. Εκεί που έπαιζε ο Θάνος Κωτσόπουλος και η Συνοδινού, παίζει τώρα το καφέ της χαράς και οι άχαροι θαμώνες του. Όμως το "χιούμορ"  τους είναι η ταφόπλακα τους. Και μάλιστα επειδή νομίζουν ότι έτσι κάνουν... αντίσταση! Ως "αριστεροί". Ασήμαντοι και συγχρόνως επικίνδυνοι. Κυρίως για τα νέα παιδιά. Που ξεσηκώνουν από δαύτους παραδείγματα. Ντραπ. Όχι από το ραπ. Ή, το τραπ. Απ'το "ντροπή". (Και να σκεφτεί κανείς πως το συγκεκριμένο t-shirt του ηθοποιού ως προοδευτικό, αναφέρεται απευθείας αν και πονηρά, όχι στον Κρέοντα αλλά στον κύριο Μητσοτάκη, τον ίδιο. Μπράβο! ).
Πώς να εξηγήσεις τώρα και σε ποιούς ότι ο Σοφοκλής δημιουργεί στο πρόσωπο του Κρέοντα ένα απαράμιλλο, τραγικό σύμβολο. Με το οποίο δεν παίζει κανείς. Αφού στην πραγματικότητα η τραγωδία "Αντιγόνη" έπρεπε να λέγεται "Κρέων" γιατί αυτός είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής του δράματος. Ο άνθρωπος που υποστηρίζει το θετό δίκαιο, τους νόμους δηλαδή και το κράτος, απέναντι στο φυσικό δίκαιο. Το δίκαιο των θεών που όμως πια δεν επαρκεί. Γι' αυτό και ο ηθοποιός που θα τον υποδυθεί, πρέπει να έχει εξαιρετικά υψηλές, υποκριτικές δυνατότητες. Να διαθέτει μέγεθος. Αλλιώς ακυρώνεται και η κάπως μονόχορδη και μονοδιάστατη, δραματικά, Αντιγόνη. Αφού οι στιχομυθίες αυτών των δύο πρωταγωνιστών είναι μνημεία και του ποιητικού και του δραματικού λόγου. Διαχρονικά. Είναι, μ' άλλα λόγια, θησαυροί του δυτικού πολιτισμού. Κι όχι βέβαια μια ακόμη καρικατούρα της εποχής των καρτούν και των μετρίων.
Το αρχαίο δράμα, το λέμε όσο πιο απλά γίνεται, δεν είναι ηθογραφία, ούτε ασπρόμαυρο σινεμά αλλά είναι μεγέθη που συγκρούονται με μιαν ανίκητη Μοίρα και γι' αυτό συντρίβονται πέφτοντας "αφ' ψηλά" όπως θα έλεγε και ο Κάλβος. Σήμερα, βέβαια, κατά την εποχή και τα μεγέθη της. Εύκολα, ασήμαντα,  αγοραία. Κι η μαγική, η διαχρονική Επίδαυρος, ένα πανηγυράκι που η συντεχνία των ηθοποιών και των σκηνοθετών σε συνεργασία με ανέμπνευστες, διορισμένες όσο και διεκπεραιωτικές ηγεσίες, στήνει κάθε χρόνο την πραμάτεια της. Κι ο κόσμος, εσείς και εγώ, σπεύδουμε, επίσης κάθε χρόνο, να ψωνίσουμε. Όμως με μειωμένες όλο και λιγότερο, φευ, κάθε χρόνο, τις προσδοκίες μας. Εκτός κι αν φανούν κάποιοι επίσημοι, η υπουργός Πολιτισμού για παράδειγμα - παρότι δεν της αρέσει το θέατρο αλλά μόνο το σινεμά της Βουγιουκλάκη - και αποκτήσει η παράσταση αλλά και η δική μας παρουσία κάποιο νόημα. Κάποιες, έστω, φωτογραφίες. Ούτως ή άλλως η τραγωδία ουσιαστικά δεν μας αφορά. Εμείς έχουμε τα δικά μας.

ΥΓ.Κρέοντα, Κλυταιμνήστρα, Αίγισθε, Δαρείε, Κρέουσα, Φιλοκτήτη, Ελένη, Μενέλαε... Γ@μιέσθε! Είναι το μόνο που μπορεί ο νεοελληνικός πολιτισμός να κάνει για εσάς.

Κρέοντα! Δεν είμαστε αντάξιοι σου...Τόσα χρόνια στα σχολεία της αποστήθισης και του χαβαλέ δεν μάθαμε ουσιαστικά ποιος είναι ο Κρέων. Θα το μάθουμε τώρα και απ' αυτούς; Ποιός, λοιπόν, γ@μιέται πιο επιτυχημένα σ' αυτή τη χώρα; Ο πρωθυπουργός; Ο Κρέων; Εμείς; Ή, μήπως εκείνοι οι γελοίοι που αντιλαμβάνονται το τραγικό αποκλειστικά με τους όρους που καταλαβαίνουν, δηλαδή του γελοίου; Σαν μικροαστικό δράμα; Σαν καρικατούρα του τραγικού; Σαν τον "Κατήφορο" του Δαλιανίδη για παράδειγμα ο οποίος ακόμη διαμορφώνει αισθητική;Κι έπειτα οι ηθοποιοί...Τι τραγωδία κι αυτοί. Χωρίς όμως κάθαρση. Εκεί που έπαιζε ο Θάνος Κωτσόπουλος και η Συνοδινού, παίζει τώρα το καφέ της χαράς και οι άχαροι θαμώνες του. Όμως το "χιούμορ" τους είναι η ταφόπλακα τους. Και μάλιστα επειδή νομίζουν ότι έτσι κάνουν... αντίσταση! Ως "αριστεροί". Ασήμαντοι και συγχρόνως επικίνδυνοι. Κυρίως για τα νέα παιδιά. Που ξεσηκώνουν από δαύτους παραδείγματα. Ντραπ. Όχι από το ραπ. Ή, το τραπ. Απ'το "ντροπή". (Και να σκεφτεί κανείς πως το συγκεκριμένο t-shirt του ηθοποιού ως προοδευτικό, αναφέρεται απευθείας αν και πονηρά, όχι στον Κρέοντα αλλά στον κύριο Μητσοτάκη, τον ίδιο. Μπράβο! ).Πώς να εξηγήσεις τώρα και σε ποιούς ότι ο Σοφοκλής δημιουργεί στο πρόσωπο του Κρέοντα ένα απαράμιλλο, τραγικό σύμβολο. Με το οποίο δεν παίζει κανείς. Αφού στην πραγματικότητα η τραγωδία "Αντιγόνη" έπρεπε να λέγεται "Κρέων" γιατί αυτός είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής του δράματος. Ο άνθρωπος που υποστηρίζει το θετό δίκαιο, τους νόμους δηλαδή και το κράτος, απέναντι στο φυσικό δίκαιο. Το δίκαιο των θεών που όμως πια δεν επαρκεί. Γι' αυτό και ο ηθοποιός που θα τον υποδυθεί, πρέπει να έχει εξαιρετικά υψηλές, υποκριτικές δυνατότητες. Να διαθέτει μέγεθος. Αλλιώς ακυρώνεται και η κάπως μονόχορδη και μονοδιάστατη, δραματικά, Αντιγόνη. Αφού οι στιχομυθίες αυτών των δύο πρωταγωνιστών είναι μνημεία και του ποιητικού και του δραματικού λόγου. Διαχρονικά. Είναι, μ' άλλα λόγια, θησαυροί του δυτικού πολιτισμού. Κι όχι βέβαια μια ακόμη καρικατούρα της εποχής των καρτούν και των μετρίων.Το αρχαίο δράμα, το λέμε όσο πιο απλά γίνεται, δεν είναι ηθογραφία, ούτε ασπρόμαυρο σινεμά αλλά είναι μεγέθη που συγκρούονται με μιαν ανίκητη Μοίρα και γι' αυτό συντρίβονται πέφτοντας "αφ' ψηλά" όπως θα έλεγε και ο Κάλβος. Σήμερα, βέβαια, κατά την εποχή και τα μεγέθη της. Εύκολα, ασήμαντα, αγοραία. Κι η μαγική, η διαχρονική Επίδαυρος, ένα πανηγυράκι που η συντεχνία των ηθοποιών και των σκηνοθετών σε συνεργασία με ανέμπνευστες, διορισμένες όσο και διεκπεραιωτικές ηγεσίες, στήνει κάθε χρόνο την πραμάτεια της. Κι ο κόσμος, εσείς και εγώ, σπεύδουμε, επίσης κάθε χρόνο, να ψωνίσουμε. Όμως με μειωμένες όλο και λιγότερο, φευ, κάθε χρόνο, τις προσδοκίες μας. Εκτός κι αν φανούν κάποιοι επίσημοι, η υπουργός Πολιτισμού για παράδειγμα - παρότι δεν της αρέσει το θέατρο αλλά μόνο το σινεμά της Βουγιουκλάκη - και αποκτήσει η παράσταση αλλά και η δική μας παρουσία κάποιο νόημα. Κάποιες, έστω, φωτογραφίες. Ούτως ή άλλως η τραγωδία ουσιαστικά δεν μας αφορά. Εμείς έχουμε τα δικά μας.ΥΓ.Κρέοντα, Κλυταιμνήστρα, Αίγισθε, Δαρείε, Κρέουσα, Φιλοκτήτη, Ελένη, Μενέλαε... Γ@μιέσθε! Είναι το μόνο που μπορεί ο νεοελληνικός πολιτισμός να κάνει για εσάς.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Ποιός;



Και μην ξεχνάτε: Η τέχνη μετατρέπει τη μιζέρια της ζωής σε ευλογία. Πότε το αντίθετο 


 Ποιός γράφει την ιστορία εν τέλει; Και εννοώ βέβαια την ιστορία της τέχνης, είτε εδώ είτε διεθνώς; Τα ινστιτούτα, οι θεσμοί, εντός ή εκτός εισαγωγικών, τα μεγάλα μουσεία, οι πολύφερνοι συλλέκτες, τα ιδρύματα ή μήπως οι τράπεζες που χρηματοδοτούν τις εκθέσεις και δημιουργούν τα γεγονότα; Ή μήπως πάλι οι κρατικοί παραγγελιοδότες, οι χορηγοί, οι μεγάλες φουάρ, η παγκοσμιοποιημένη, καλλιτεχνική αγορά κ.λπ.; 
Οι πολλοί ή οι λίγοι; Ή, καλύτερα, ο ένας; Αυτός που μπορεί να καταστεί μοναδικός, για την εποχή τουλάχιστον; Δεν διστάζω να το πω: Οι υπερδραστήριοι χορηγοί, δωρητές, μαικήνες κ.λπ έχουν περισσότερο στο μυαλό τους να υπηρετήσουν τη (μωρο)φιλοδοξία και τις ιδεοληψίες των και λιγότερο να εκπαιδεύσουν το ευρύ κοινό και να προσφέρουν στη πατρίδα. Η οποία πάλι πατρίδα οφείλει να χαράζει εκείνη την πολιτική του πολιτισμού διεκδικώντας ένα ενωτικό όραμα κι όχι να σέρνεται πίσω από τα ιδιωτικά γούστα ή νιτερέσα. Από μόδες της εικόνας και μοδίστρες του δήθεν. Επειδή τίποτε δεν είναι πιο αντικαλλιτεχνικό από την πλήξη εκ της τέχνης. Που μπορεί να προέλθει τόσο από ανούσιες εξτραβαγκάντσες όσο και από βαρετούς ακαδημαϊσμούς. Πράγματα δηλαδή που συγκινούσαν και συγκινούν εκ βαθέων τους νεόπλουτους του πολιτισμού... 
Το πρόβλημα όμως δεν είναι ο μοντερνισμός της μορφής αλλά η μορφή καθαυτή. Ή, μάλλον η απουσία μιας σημαίνουσας μορφής - μιας μορφικής έρευνας  που να διεγείρει και να διαφοροποιείται από την ομοιόμορφη απεραντολογία των ημερών μας. Από αυτό το deja vu που θέλει να μοιάζει με ποίηση αλλά καταλήγει να είναι λεκτικός αυτισμός. 
Άλλο παράδειγμα η ζωγραφική. Ζούμε πραγματικά μιαν μοναδική για την ανθρώπινη ιστορία υπερπαραγωγή και υπερπροσφορά καλλιτεχνικού προϊόντος και εικαστικών καλλιτεχνών. Χιλιάδες σχολές καλών ή εφαρμοσμένων τεχνών ανά τον κόσμο παράγουν εκατοντάδες χιλιάδες καλλιτέχνες οι οποίοι φιλοτεχνούν τη σειρά τους εκατομμύρια ανάλογα έργα. Και μάλιστα με την άνωθεν θεσμική αναγνώριση ότι αποτελούν έργα τέχνης, αφού έχουν την σφραγίδα των καλλιτεχνικών ιδρυμάτων, άμεσα αξιοποιήσιμα από την ανάλογη αγορά. Ουδέν μεμπτόν σε αυτό πέραν της περαιτέρω σύγχυσης κριτηρίων και πρόσληψης. Όμως διαπιστώνουμε ευρύτερα στην κοινωνία το απείκασμα μιας τέτοιας αισθητικής "αναγέννησης"; Φοβάμαι πως όχι. 
Επειδή αν τα πάντα είναι τέχνη και οι πάντες οι εκλεκτοί της, μήπως πρέπει να ξαναψάξουμε εκείνη την μοναδική και ιδαίτερη τέχνη που μπορεί να δημιουργεί ιστορία και ν' ανατρέπει την κατεστημένη εικόνα που έχουμε και για τον κόσμο και για τον εαυτό μας;


ΥΓ. Μπένγιαμιν, Αντόρνο, πολιτιστική βιομηχανία και μαζικός πολιτισμός δηλαδή. Αλλά και η μικροαστική σχιζοφρένεια για αυτο - έκφραση και κοινωνική καταξίωση. Με κάθε τίμημα. Τα αόρατα ρούχα του βασιλιά. Αλλά και μια εργαλειακή παιδεία που απαξιώνει την μαθητεία, την πειθαρχία, την κριτική σκέψη, τις συγκρούσεις υπέρ μιας δήθεν  "αυθεντίας "με ευκαιριακά μοντερνιστικό πρόσημο. Τέλος την έκλειψη του καλλιτέχνη τύπου Βάγκνερ ή  Μπέλα Μπάρτοκ ή Λε Κορμπιζιέ  ή Μπόις ή Μπαίηκον ή Κέιτζ ή Κουνέλλη. Αναφέρομαι  επίτηδες σε δημιουργούς που λατρεύτηκαν και χλευάστηκαν συγχρόνως. Το πρόβλημα με άλλα λόγια δεν είναι το ατομικό όραμα αλλά η δυνατότητα να γίνει το ατομικό όραμα καθολικό. Η υπέρβαση.Υπάρχει πιο προσωπικός λυρισμός αλλά και πιο διαδραστικός από εκείνον της Ψάπφας; Τί λες;



Φωτογραφίες: 
Αργοστόλι, πλατεία Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Το μνημείο το αφιερωμένο στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) από το χέρι του Μεμά Καλογηράτου. Ας σημειωθεί ότι πρόκειται για την μακέτα που φιλοτέχνησε ο γλύπτης για έναν διαγωνισμό που προκήρυξε πριν δεκάδες χρόνια η Σχολή Ευελπίδων. Το έργο, ύψους 3 μέτρων δεν φιλοτεχνήθηκε ποτέ και εδώ βλέπει κανείς την πρώτη εκδοχή του. Μια Νίκη με ρομφαία χαμηλωμένη και μια μάζα σωμάτων που αγωνίζονται να την φτάσουν. Ένας Ρούμπενς τσέπης φτιαγμένος από χαλκό. 

Στη συνέχεια το καινούριο απόκτημα του Hellenic Diaspora Foundation, ένας σπάνιος, ελεγειακός Στάμος που λάμπει και θα πρωταγωνιστήσει στην έκθεση, την έκδοση και το ντοκιμαντέρ που ετοιμάζουμε. Είπαμε: Φέτος συμπληρώνονται τα 100 χρόνια από τη γέννηση του. Ένα γεγονός που σ' οποιοδήποτε σοβαρό κράτος θα προκαλούσε διεθνή απήχηση. 
Τέλος ο κήπος του σπιτιού του Μεμά Καλογηράτου στα Μαζαρακάτα με την επίκαιρη όσο και πρόσφατη σύνθεση "Οι Εγκλωβισμένοι" να πρωταγωνιστεί. Ποιός γράφει, εν τέλει, ιστορία για λογαριασμό της ιστορίας της τέχνης; Ποιός δημιουργεί τα μεγάλα γεγονότα τιμώντας όσους ξέφυγαν και από το μαγκανοπήγαδο της ανάγκης ή της σύμβασης και από την μετριότητα της εποχής;

Ο Ρενουάρ κι εγώ



Πονάει το πόδι μου εδώ και δύο μήνες. Συγκεκριμένα το δεξί μου γόνατο. Το ταλαιπώρησα, βλέπετε, μέσα από μία αδιάκοπη δραστηριότητα, ταξίδια, εκθέσεις, ανεβοκατεβάσματα σκαλιών και ορόφων, αναρτήσεις έργων, πεζοπορία κλπ. Ως μέλλων υπουργός Πολιτισμού και Περιττών Υποθέσεων δεν μπορώ να αποφύγω μερικές υποθέσεις! 
 Ψιλοκουτσαίνω ενίοτε, πάντα όμως με νάζι, και έχω σταματήσει το τένις αλλά όχι και το κολύμπι. Διαγνώστηκα με χρόνια αρθρίτιδα, η ηλικία βλέπετε, και προσπαθώ μέσα από ενέσεις και εγχύσεις υαλουρονικού και όζοντος ν' αποφύγω το χειρουργείο. Σιχαίνομαι να γκρινιάζω και να παραπονιέμαι ιδιαίτερα μέσα από το facebook. Παράλληλα σκέπτομαι τη μοίρα του ζωγράφου Ρενουάρ και παρηγοριέμαι. 
Ο Ογκίστ Ρενουάρ γεννήθηκε στη Λιμόζ το 1841. Ήταν, μαζί με τον Μονέ τον Σισλέ και τον Μπαζίγ, η ψυχή του ιμπρεσιονισμού. Αυτός, ο τελευταίος, ο Μπαζίγ, σκοτώθηκε νεότατος στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο, το 1871. Ίσως διέθετε το μεγαλύτερο ταλέντο από όλους τους. Ο Ρενουάρ, ήδη από το 1885 όταν ήταν μόλις 44 ετών, είχε αρχίσει να αισθάνεται πόνους στα χέρια ενώ από το 1889 υπέφερε σοβαρά από ολική αρθρίτιδα.
 Αφού πέρασε αρκετούς χειμώνες στη γαλλική Ριβιέρα τελικά εγκαταστάθηκε στις Κάννες. Το 1912 τα χέρια και τα πόδια του ήταν σχεδόν παράλυτα και για αυτό εργαζόταν με πινέλα δεμένα στις γροθιές του, καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Με την παλέτα στα γόνατά του. Συγκλονιστικό. Μπορείτε να φανταστείτε την εικόνα; Το πείσμα για ζωή και έκφραση; Συνέχιζε να ζωγραφίζει έτσι μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του, το 1919. Πέθανε σε ηλικία 78 ετών και με φριχτούς πόνους.
Ομολογώ ότι ουδέποτε με ενθουσίασε ο Ρενουάρ για αυτό και μου φαίνεται περίεργο ότι σήμερα αρχίζει και με απασχολεί αυτός ο καλλιτέχνης όλο και περισσότερο. 

Φωτογραφία: Ο Ρενουάρ στην Κεφαλονιά (από την Αριάδνη).

Σάββατο 25 Ιουνίου 2022

Τα πάντα πυορροεί

(Αν ο Ηράκλειτος είχε διαβάσει Μπέκετ)


Νάκης Παναγιωτίδης, Κατασκευή, 2012

Η μόνη πραγματικότητα που ισχύει, κατοχυρώνεται στην ανάμνηση. Αποκλειστικά. Το παρόν υπάρχει όπως εξάλλου και το μέλλον μόνο όταν αμφότερα καταστούν παρελθόν. Η τέχνη, πάλι, είναι εκείνη η δύναμη που ακυρώνει τον χρόνο, που φτιάχνει τη μοναδική πραγματικότητα. Ύπάρχει μία τέχνη πραϋντική κι ευχάριστη που υποδύεται πολύ πειστικά ότι, τάχα, γνωρίζει, μεταφυσικώ τω τρόπω, τα πώς και τα γιατί του κόσμου τούτου. Η συγκεκριμένη έκφραση κατατείνει πάντα σ' ένα συμβολικό ή ρεαλιστικό  happy end, σε μια κατευναστική - εκτονωτική συγκίνηση, δηλαδή στο άκρον άωτον της μικροαστικής ευτυχίας. Χωρίς καμία διακινδύνευση, καμία υποψία του κενού που χάσκει πίσω από τις ασφαλείς λέξεις ή τις εικόνες, καμία απώλεια ή ματαίωση. Κι όλα αυτά είτε πρόκειται για αφήγημα, ταινία, πίνακα, θέατρο ή μουσική. Μια τέχνη - προέκταση και συμπλήρωμα εκείνης της πραγματικότητας που εξαντλείται όχι μόνο στα όρια του ορατού αλλά, ακόμη χειρότερα, στα κράσπεδα του προβλέψιμου. Κανένα αίνιγμα, χάσμα ή ίλιγγος όχι του απείρου όπως θα ήθελαν οι ρομαντικοί αλλά, κυρίως, του τίποτε που χαίνει πίσω από την έκλειψη του όποιου νοήματος. 
Υπάρχει όμως και μία τέχνη που μπορεί να είναι όχι χαριτωμένη αλλά εύχαρις και συγχρόνως φοβερή μ' εκείνο τον τρόμο κι εκείνο το δέος που ένιωσαν οι μυροφόρες όταν συνειδητοποίησαν την Ανάσταση εμπρός σ' έναν άδειο τάφο και σ' ένα νεανία καθήμενο. Εάν ο Ντάντε έγραφε έχοντας κατά νου τον Βεργίλιο ή ο Σαίξπηρ τον Όμηρο, μού είναι αδιανόητο ότι σήμερα υπάρχουν συγγραφείς που δηλώνουν υποψιασμένοι ή απολογητές του σήμερα κι όταν πιάνουν τη γραφίδα ή το ποντίκι, δεν έχουν αυτόματα κατά νου τον Τζόις ή τον Μπέκετ. Τον Προυστ ή την Βιρτζίνια Γουλφ. Τον Ουελμπέκ ή τον Ζέμπαλντ. Θέλω να πω απλά ότι πέρασε ο καιρός που συγχωρούσαμε, όσους δήλωναν αθώοι ή "ασφαλείς" μέσα στον μικρόκοσμο των τειχών της λογοτεχνικής μας "σπείρας".
Ο Γιώργος Αριστηνός (γεννήθηκε το 1944 στην Κοζάνη και μεγάλωσε στην Κοκκινιά), το δηλώνω ευθέως, είναι ένας κλασικός συγγραφέας των γραμμάτων μας και ανήκει σε μιαν εποχή που προσπάθησε - με την τόλμη αλλά και την εμπειρία της απόγνωσης - να αποκαθηλώσει οτιδήποτε το ακαδημοποιημένα κλασικό. Δηλαδή επέλεξε ο ίδιος να μην βασίσει τη γραφή του σε κατακτημένους κανόνες αλλά να αναστηλώσει τους κανόνες αυτούς παραβιάζοντας τη στεγανοποιημένη χρήση της γλώσσας, βιάζοντας την έωλη ασφάλεια της. Και βέβαια παρωδώντας τα ιερά και τα όσια μίας λογοτεχνίας της αγοράς για να εκτεθεί σ' όλους τους κινδύνους που κάτι τέτοιο περικλείει. Μέσω της διακινδύνευσης αυτής και της έκθεσης των πιο εσωτερικών στιβάδων του εαυτού δεν τιμά μόνο την αποστολή του ως συγγραφέα - δημιουργού αλλά κυρίως δοξάζει τον αναγνώστη του καθιστώντας τον εξίσου συμμέτοχο σ' αυτή την περιπέτεια. Χωρίς όμως την οποία δεν μπορούν να υπάρξουν αληθινή, αισθητική εμπειρία κι έρωτας παρά μόνο συναισθηματική διάρροια. (Ο Αριστηνός θα μιλούσε για διάρροια αθανασίας). Όποιος, πάλι, δεν αντιλαμβάνεται τον ερωτισμό, ή και τον αυτοκαταστροφικό ναρκισσισμό, στη γλώσσα ή σε όσα η γλώσσα και οι λέξεις (υπο)στηρίζουν, δεν τον νοιώθει ούτε και στα σώματα. Τα σώματα, το υψηλότερο επίτευγμα του πνεύματος! 
Θυμάμαι το σοκ που ένιωθα πιτσιρίκος βλέποντας τον "Γύρο του Θανάτου" σ' ένα λούνα παρκ στην πλατεία Ταμπουρίων. Σ' ένα τεράστιο, ξύλινο βαρέλι ένας μοτοσικλετιστής με το γκάζι στο φουλ ανέβαινε ως επάνω, ως τα χείλη του βαρελιού διαγράφοντας ένα σπιράλ ιλίγγου χωρίς να πέφτει! Ποιός μπορεί να κάνει λογοτεχνία αυτή την εμπειρία; Ο Αριστηνός είναι σε θέση. Όπως άλλωστε κι ο ζωγράφος Μάκης Θεοφυλακτόπουλος (1939) με τις φιγούρες του όταν ιππεύουν βαρύθυμες μηχανές, αρδεύοντας ανάλογη, σκοτεινή ύλη. Γράφω* σχετικά: "Ο Μ.Θ είναι ένας δημιουργός που αποδίδει την ερωτική πράξη σαν ένα επεισόδιο θανάτου και τολμάει να ζωγραφίσει τους νεκρούς ακόμα κι όταν εκείνοι δεν έχουν πεθάνει".
Ανάλογα, ο θάνατος μιας λέξης προκαλεί - θα έπρεπε τουλάχιστον να προκαλεί - τον ίδιο πόνο με τον θάνατο ενός ανθρώπου. Και ο Αριστηνός έχει απόλυτη επίγνωση αυτής της απώλειας. Και γίνεται σταυροφόρος της σωτηρίας της μεταγγίζοντας της νέα νοήματα. Γιατί πρόκειται για μια λέξη που, όπως κάθε λέξη, κάποτε άνθισε τριανταφυλλένια στο στόμα μίας μάνας και γλίστρησε σαν ροδόνερο στο αυτί - γαρύφαλλο ενός μωρού. Εκείνη η λέξη, κάποτε πολύκλωνη τριανταφυλλιά, τώρα γέρνει στο χώμα μαραμένη. Για αυτό το πένθος σάς μιλάω.
Μια λακκουβίτσα νερού φτάνει και περισσεύει για να χωρέσει την Πανσέληνο. Εν προκειμένω έχουμε πάλι δύο λέξεις και τη δυνατότητα τους να μεταμορφώνονται μαγικά. Ούτως ή άλλως και η λογοτεχνία και η ζωγραφική είναι βακτηρίες ομότροπων λέξεων και εικόνων για να κρούσουμε μ' αυτές τη θύρα του αγνώστου. Υπομόχλιο για να μετακινήσουμε όχι τον ορατό αλλά τον αθέατο κόσμο λίγο πιο εκεί. Κι αυτό το ακοίμητο νερό των δακρύων που κάνει το δέντρο της μελαγχολίας να καρποφορεί και στις πιο αυχμηρές εποχές.
* Μάνος Στεφανίδης, Επεισόδια από το Μέλλον, Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, εκδ. Νίκας 2022.

ΣάββαςΠουρσανίδης, Μουσικοί, 2010,
Τεχνοχώρος Αποθήκη, Νικήτη Χαλκιδικής.

ΥΓ. Το Δεκέμβριο του 2021 το περιοδικό Νέα Εστία κυκλοφόρησε επιβλητικό αφιέρωμα στον συγγραφέα που εδώ παρουσιάζω. Ιδού ένα μικρό δείγμα από την αυτοβιογραφική μετωνυμία του (σελ 926 - 927):
"...Συγγραφείς διαθέτουν παυσίλυπα, όπως οι γιατροί παυσίπονα. Δόσεις, με άλλα λόγια, αναγνωστικής χαλάρωσης. Τρόπους να αποκαθιστούν την ψυχολογική και ηθική "αξιοπιστία" των ηρώων τους στα μάτια των οπαδών του βιβλίου. Ο Ρενέ Ζιράρ καθιέρωσε στη θεωρία της λογοτεχνίας μία ορισμένη χρήση του όρου dénouement,  κλείσιμο, τέλος, the end, έκβαση της μυθοπλασίας. Στο κλασικό Roman η λύση συνέπιπτε, όχι τυχαία, αλλά από τις κανονιστικές συμβάσεις του είδους, με τη μεταμέλεια και τη μεταστροφή (conversion), από την αλαζονεία και την ματαιοδοξία στην αυτογνωσία και την επακόλουθη ταπείνωση, από τον μηδενισμό στα φιλάνθρωπα αισθήματα από τον μπλαχεδισμό στην αυτοκτονία. Ο Μανιχαϊσμός όμως των χοντροκομμένων αυτών αντιθέσεων, είναι κάτι που θα βρει κανείς σήμερα στα παλαιοπωλεία της διδακτέας ύλης για την μυθοπλασία και τις αναπόφευκτες αποφύσεις της..."
Μάνος Στεφανίδης
Ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ

Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Επίλογος για μιαν εποχή

Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα

"Ξέχειλος
από υγείαν
 ανίατη 
ο Πανδαμάτωρ!"
Μ.Σ

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος, Μοτοσικλετιστής, 1970

Μόλις πληροφορήθηκα τον θάνατο της Μαρίνας Λαμπράκη και αισθάνομαι ειλικρινά θλίψη. Παρ' ότι υπήρξε ένας άνθρωπος που με κυνήγησε με κάθε τρόπο και παντού γιατί δεν μπήκα ποτέ στην αυλή της. Όπως λ.χ συνέβη με τους ζωγράφους της μόδας του σήμερα και της λήθης του αύριο, τους καριερίστες ή τους συλλέκτες που την είχαν ως αξεπέραστο υπόδειγμα, την επιτομή του μικροαστικά ωραίου... Στο θέμα αυτό έκανε πολύ κακό πηγαίνοντας τη νεοελληνική δημιουργία δεκαετίες πίσω. 
Με κυνήγησε λοιπόν κυρίως υπόγεια όταν υπηρετούσα στην Πινακοθήκη ή όταν ήμουν διευθυντής του παραρτήματος της στην Κέρκυρα μάλλον από ζήλια ή φόβο για την εξουσία της. Με κυνήγησε μετά και σε κάθε πανεπιστημιακή εκλογή μου, για την, συχνά, ανελέητη, δημόσια κριτική που της ασκούσα. Η ιστορία θα πει ποιος από τους δύο μας υπήρξε σωστός. 
Τη στιγμή όμως αυτή νιώθω περίεργα λυπημένος. Για μιαν ολόκληρη εποχή που τελειώνει έτσι άδοξα και της οποίας υπήρξα μάρτυρας - και με τις δύο έννοιες - αλλά και συνδημιουργός. Διοίκησα την Πινακοθήκη όντας στο περιθώριο και ασκώντας αντιπολίτευση κι αυτό την έκανε να λυσσάει. Μαζί κι ο εξίσου αιώνιος πρόεδρος του ιδρύματος, ο ανεκδιήγητος Απ. Μπότσος, τ. πρόεδρος του ελεγκτικού συνεδρίου ο οποίος έφτιαξε παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στη γενέτειρα του, το γραφικό Ναύπλιο (!). Η διαπλοκή με ονοματεπώνυμο. Οφείλω πάντως να αποδεχτώ ότι η Λαμπράκη είχε και γνώσεις και ικανότητες. Τα βιβλία της για την Αναγέννηση και τον Αλμπέρτι θα μείνουν. Όπως είχε και ακόρεστη φιλοδοξία, κοινωνικό απωθημένο και ένα ιδιότυπο μίσος που προέκυπτε ίσως από βαθιάν ακατανοησία - καχυποψία, προς τη μοντέρνα τέχνη. Κάτι που διχάζει ακόμη τη σύγχρονη τέχνη μας. Με τους φοιτητές της στην ΑΣΚΤ σταματούσε στην Αναγέννηση, τον Γκρέκο και τους ιμπρεσιονιστές. Όπως κι ο δάσκαλος της, ο αυτοδίδακτος, πλην υπερπροικισμένος εστέτ Παντελής Πρεβελάκης. Ως διευθύντρια της ΕΠΜΑΣ δεν διοργάνωσε καμία - ούτε μία, 1 - έκθεση αλλά υπέγραφε το έργο άλλων - π.χ του Νίκου Χατζηνικολάου - ενώ απέκλεισε για χρόνια τον Κόντογλου (!) παράλληλα με τον Κουνέλλη, τον Κορνήλιο Γραμμένο, τον Δημήτρη Ντοκατζή, τον Μπάικα, τον Νίκο Χαραλαμπίδη, τον Γιάννη Τζερμιά, τον Θεοφυλακτόπουλο, τον Απόστολο Γεωργίου, Τζουλιάνο Καγκλή κ.α αφού υποβάθμισε τον Μπουζιάνη και την περίφημη δωρεά του Θεόδωρου Στάμου. Του κορυφαίου της Σχολής της Νέας Υόρκης! 

Από παλαιά εγκαίνια του Ιδρύματος

 ΔΕΝ έβγαλε διαδόχους, μαθητές - ιστορικούς τέχνης ούτε στη Σχολή, ούτε στο μουσείο. Παρά την μισού αιώνα θητεία της. Ούτε μισόν επιμελητή (η Τσίκουτα έχει αυτά τα  ημίσεια χαρακτηριστικά, δηλαδή μισερό μίσος, αλλά είναι κληρονομιά του Παπαστάμου και δική μου). 
 Σε αντίθεση, βέβαια, με τον Χρύσανθο Χρήστου ή τον προκάτοχό της Δημήτρη Παπαστάμο που διαθέτουν πλειάδα διαδόχων. Ούτε βέβαια αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να αποσυρθεί από τον θώκο υπέρ ενός νεότερου. Έκλεισε, τέλος, την Εθνική Πινακοθήκη για περισσότερα από δέκα χρόνια κι ενώ η ανακαίνιση της στοίχισε ένα ποσό δυσβάσταχτο, η επαναλειτουργία της είναι αληθινή απογοήτευση. Καμία ανανέωση και συγχρόνως άθλια, κοινωνικά ρουσφέτια ή φτηνή επαιτεία έργων από τους καλλιτέχνες. Πράγμα που οδηγεί σε αληθινή διαστρέβλωση της ιστορίας της τέχνης μας υπέρ ενός ρηχού νεοακαδημαϊσμού (Π.χ Φιλοπούλου ή Θεοχαράκης)!
Οφείλω να ομολογήσω όμως ότι η επί τριάντα τόσα χρόνια διευθύντρια της Πινακοθήκης αποδείχτηκε πολύ πιο ικανή από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες τις οποίες χειραγωγούσε μεθοδικά: Προέδρους της Δημοκρατίας, πρωθυπουργούς, υπουργούς πολιτισμού αλλά και την ηγεσία της εγχώριας μασονίας. Η Ελλάς ευγνωμονούσα έχει έτοιμη, ήδη, την διάδοχο της. Tale quale! Η οποία διαθέτει ισάξια φιλοδοξία αλλά όχι ανάλογες γνώσεις ή ικανότητες. Ούτως ή άλλως πάντως διανύουμε περίοδο εκπτώσεων. Οπότε...
Μαρινάκι γαίαν έχοις ελαφράν. Φεύγεις απόλυτα χορτασμένη. Αλλά και βαθιά ανικανοποίητη. Και πολύ μόνη. Παρά τους κόλακες. Κάθε εξουσία παρέρχεται, φευ. Είναι η τελευταία φορά που τα λέμε. Το μίσος δεν ήταν, δεν είναι ποτέ ο καλύτερος οδηγός. Σε διαφήμισα (έμμεσα) όσο κι εσύ με δυσφήμισες άμεσα. Εύχομαι ο χρόνος να μιλήσει κάποτε με επιείκεια. Και για τους δύο μας...
Νεανικό έργο (περσινό) της Αριάδνης - Μαρίνας Στεφανίδη: Ερμής και Διόνυσος

ΥΓ. Ο καθηγητής Γιάννης Τασόπουλος για εντελώς άλλο θέμα σημειώνει: " Η Ελλάδα είναι αισθητικά, καλλιτεχνικά και πολιτισμικά μια στείρα χώρα. Όλα ξεκινούν από την πολιτική; Όχι, νομίζω όλα καταλήγουν εκεί…" Αυτό, νομίζω, έκανε και η εκλιπούσα. Συμμαχώντας με την πολιτική και υποκύπτοντας στα κελεύσματα της αντιμετώπισε τον πολιτισμό απλώς σαν εργαλείο της μικροπολιτικής συγκυρίας. Τί κρίμα. Γιατί θα μπορούσε να αφήσει έργο ανάλογο μ' εκείνο του αείμνηστου δασκάλου μας Άγγελου Δεληβορριά.