Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Diamantis Diamantopoulos - Ut pictura poesis ?




Le peintre Diamantis Diamantopoulos (1914-1995) reste à ce jour le plus énigmatique des peintres de la génération des années 30, bien que son travail ait été analysé de manière assez superficielle et en se concentrant sur ses thèmes ou ses paramètres sociologiques. Il fût l'une des figures les plus impressionnantes de notre peinture au cours du XXème siècle et tenta, avant la « construction » de quelque image visuelle, d’inventer le langage propre à cette image. Ainsi, son expérimentation va du cubisme à la poétique du surréalisme et à l’art métaphysique par un renouvellement du vocabulaire plastique.

Il écrit : « La peinture, piégeant le spectateur au travers de ses harmonies visuelles, l'informe de la situation de la réalité naturelle et collective, et suggère indirectement une attitude face à cette réalité ou une manière d’agir en elle … ». Dans la préface de la même version qui a été réimprimée de la revue annuelle « Chroniko » éditée par la galerie « Ora », Diamantopoulos fait valoir que depuis 1931 il menait une réflexion théorique sur le problème et, en 1936, il publia dans le magazine « Trito Mati » une étude intitulée "Détermination des œuvres".
La vie de Diamantopoulos se partage en deux périodes durant lesquelles il publie son travail : 1941-1949 et 1975-1980. En 1978, Dimitris Papastamos, alors directeur de la Pinacothèque Nationale, y organise une grande rétrospective, puis suivent « Les machines et le temps » à la galerie « Ora » du peintre Asandour Bacharian en 1980. Le point culminant de sa présence publique, à l'étranger, est sa participation à l’Europalia (Bruxelles, 1982), il retourne ensuite en silence jusqu'à sa mort. Comme l’écrit Emmanouil Kasdaglis dans son hommage dans le journal Kathimerini (09/03/95) : « Il s’était enfoncé dans un désespoir sans fond ... "




Με αφορμή την έκθεσή του τον ερχόμενο Νοέμβριο στο Μουσείο Μπενάκη
Ο Διαμαντόπουλος παραμένει μέχρι σήμερα ο πιο αινιγματικός από τους ζωγράφους της γενιάς του '30 ενώ το έργο του έχει διαβαστεί μάλλον επιδερμικά και με έμφαση στη θεματολογία ή τις κοινωνιολογικές παραμέτρους του. Υπήρξε όμως μια από τις πλέον επιβλητικές προσωπικότητες της ζωγραφικής μας κατά τον 20ο αιώνα και προσπάθησε, πριν από την “κατασκευή” της όποιας εικαστικής εικόνας, να εφεύρει γλώσσα για την εικόνα αυτή. Έτσι, ο πειραματισμός του περνάει από τον κυβισμό στην ποιητική του υπερρεαλισμού και στη μεταφυσική τέχνη επιχειρώντας ανανέωση του πλαστικού λεξιλογίου.
Γράφει ο ίδιος: «Το έργο της ζωγραφικής, παγιδεύοντας τον θεατή μέσω των οπτικών του αρμονίων, τον πληροφορεί για την κατάσταση της φυσικής και συλλογικής πραγματικότητας και του προτείνει έμμεσα μια στάση απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα ή ένα τρόπο δράσης μέσα σ' αυτήν...»[1] Στον πρόλογο της ίδιας έκδοσης που υπήρξε ανάτυπο της ετήσιας επιθεώρησης “Χρονικό” την οποία εξέδιδε η αίθουσα τέχνης Ώρα, ο Διαμαντόπουλος υποστηρίζει  ότι από το 1931 σκεφτόταν θεωρητικά πάνω στο πρόβλημα και το 1936 έδωσε στο περιοδικό “Τρίτο Μάτι” μια μελέτη με τίτλο “Καθορισμός των έργων”[2].
Στη ζωή του Διαμαντόπουλου υπάρχουν δυο περίοδοι κατά τις οποίες δημοσιοποιεί την εργασία του: 1941-49 και 1975-80. Το 1978 ο Δ Παπαστάμος του οργανώνει μια μεγάλη αναδρομική παρουσίαση στην Εθνική Πινακοθήκη και ακολουθούν “Οι μηχανές και ο χρόνος' στη γκαλερί του Μπαχαριάν το 1980. Αποκορύφωμα της δημόσιας παρουσίας του και στο εξωτερικό αποτελούν οι συμμέτοχες του στα Europalia (Βρυξέλλες, 1982), μετά επιστρέφει στη σιωπή μέχρι τον θάνατό του. Όπως θα γράψει ο Ε.Χ. Κάσδαγλης στο αφιέρωμα της “Καθημερινής (3/9/95): “Είχε βουλιάξει πια σε απύθμενη απελπισία...”[3]

Μάνος Στεφανίδης


[1]     Δ. Διαμαντόπουλος, το έργο ζωγραφικής, Εταιρία Διάδοσης Σύγχρονης Τέχνης, 1978, σ. 30
[2]     Δ. Διαμαντόπουλος, Έργα 1978-1980, καλλιτεχνικό και πνευματικό κέντρο Ώρα, σ. 26
[3]     Μάνος Στεφανίδης, Ελληνομουσείον, επτά αιώνες ζωγραφικής, υπερ(ρεαλισμοί), τόμος ζ, εκδ. ΕΤ, 2009, σ. 35

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Εξ ουρανού - το Άγιον Όρος από τα νέφη



Φωτογραφίζοντας το άυλο

Βλέποντας κανείς τις φωτογραφίες του Αριστείδη Κοντογιώργη Θαυμάζει τα αιωνόβια κτίσματα, τα καστρομονάστηρα, παρατηρεί το πόσο σοφά οικονομείται ο χώρος μέσα από τα τείχη με τα καθολικά, τις φιάλες, τις τράπεζες, τα παρεκκλήσια, τις κόρδες, τους ξενώνες κλπ. Επίσης ανακαλύπτει την τοπογραφία των λοιπών βοηθητικών κτηρίων που βρίσκονται εκτός των Μονών, δηλαδή τους αρσανάδες, τα βορδοναρεία (τους στάβλους), τα κιόσκια, τα λιοτριβιά, τα νεκροταφεία, τα τουβλαρεία κλπ. Όμως σταθερά μέσα από αυτόν τον πυκνό αν και σαφή στην οργάνωσή του δομημένο χώρο, αυτό που δεν φαίνεται στις φωτογραφίες παρότι δεσπόζει έστω κι αόρατο, είναι ο άνθρωπος. Ή, μάλλον, οι χιλιάδες άνθρωποι που έζησαν και πέθαναν εδώ ποτίζοντας το χώμα με τους κόμπους του ιδρώτα και της αγωνίας τους, με τα δάκρυα της συντριβής ή της χαράς τους ακολουθώντας το δικό τους δρόμο, αντίθετα με το δρόμο των πολλών, ερήμην και συχνά εις πείσμα της Ιστορίας.
Μόνο που έτσι, εν τέλει, γράφεται η Ιστορία. Όταν,βέβαια, κανείς περιφρονήσει την μηχανιστική τελεολογία της. Δεν είναι εύκολο να εισχωρήσει κανείς στον ψυχισμό των ανθρώπων αυτών που θάβονται συνειδητά ζωντανοί για να ζήσουν αιώνια και που τιμωρούν την αδυναμία του σώματος για να δυναμώσουν τον πνευματικό τους οπλισμό. Ούτε υπάρχει λόγος να αντιληφθεί ο σύγχρονος ματεριαλιστικός κόσμος αυτά που τον υπερβαίνουν. Πιστεύω όμως ότι μέσω των συγκεκριμένων φωτογραφιών ακραγγίζει κανείς το μεγαλείο του τόπου και το μεγαλείο των ανθρώπων που αφιερώθηκαν στον τόπο αυτό. Μακριά από φαντασμαγορίες ή τουριστικές εντυπώσεις. Η εργασία του Κοντογιώργη διακρίνεται για την επιστημονική ακρίβεια αλλά και για τη ευαισθησία της κάτι από τη μοναδική, τη σχεδόν αμετάδοτη ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους. Ένας χώρος ανεξάντλητος απ’ όποια οπτική κι αν τον προσεγγίσει κανείς.
Έχοντας παραμείνει στον Άθωνα δύο φορές ως τώρα μπορώ να πω ότι το περιεχόμενο του βιβλίου με βοήθησε να συγκροτήσω πιο μεθοδικά τις αναμνήσεις μου, με παρακίνησε να ξαναδώ όσα νόμιζα ότι είχα δει αλλά δεν είχα παρατηρήσει και κυρίως μου επέτρεψε να ξαναβυθιστώ στην απαράμιλλη γοητεία του χώρου, να εγκύψω στην αγωνιζόμενη πραγματικότητά του τόσο με τα μάτια ορθάνοιχτα όσο και με τα μάτια κλεισμένα. Ίσως αυτός ο τελευταίος να είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να ταξιδέψει κανείς νοερά στο Άγιο Όρος.
Τα γεγονότα και η παρουσίασή τους αποτελούν κελύφη κάτω από τα οποία πορεύεται ανοικονόμητα αυτό το απειθάρχητο υλικό που ονομάζεται πραγματικότητα. Αυτό το σύνθετο άγγιγμα που είναι η ζωή μας και που, δαπανώντας μια ζωή, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε. Τι όμως διαφοροποιεί το “γεγονός” από το “συμβάν”; Το πρώτο ασφαλώς διαθέτει ειδικό βάρος και ρυμουλκεί το δεύτερο. Επίσης κινείται με όρους ιστορίας επηρεαζόμενο από τα προηγούμενα γεγονότα και επηρεάζοντας τα μελλοντικά. Ας πούμε συμβολικά ότι τα γεγονότα κινούνται στη δημόσια σφαίρα, ενώ τα συμβάντα πρωτίστως στην ιδιωτική. Τα γεγονότα συγκροτούν τις ειδήσεις που διαβάζουμε στις εφημερίδες, ενώ τα συμβάντα λειτουργούν στη μικροκλίμακα του ατομικού. Υπό την έννοια αυτή στον Άθω συμβάντα δεν υπάρχουν, αλλά το κάθε τι είναι ένα γεγονός πνευματικό, οντολογικά μνημειωμένο. Είτε πρόκειται για την παννυχίδα ενός μοναστηριού που γιορτάζει και στην οποία συμμετέχουν μοναχοί, προσκεκλημένοι και πλήθος πιστών ή παρεπιδημούντων είτε πρόκειται για την καθημερινή προσευχή ενός φυγάδα του κόσμου που ρίζωσε σε μια σπηλιά στο “φοβερόν” Καρούλι. Κάθε πράξη είτε του πρώτου συνόλου είτε του απομονωμένου ασκητή εγγράφεται σε μιαν αόρατη, πλην υπαρκτή, βίβλο αθλημάτων. Μ’ όλα τα παραπάνω δε θέλω να εξωραΐσω μια κατάσταση ούτε αγνοώ τις πολλές περιπτώσεις εκείνων που εξέπεσαν της αποστολής και του προορισμού τους. Απλώς θέλω να κατανοήσω πράγματα που υπερβαίνουν τη συμφεροντολογική αντίληψη του μέσου ανθρώπου, του καθηλωμένου στις βιοτικές μέριμνες. Κατανοώντας πως σε τέτοια θέματα ο ενεστώς είναι πάντα ο δύσκολος χρόνος ενώ ευημερεί πάντα και προοδεύει ο τετελεσμένος μέλλων, η ουτοπία του κάθε μοντερνισμού, κατά κανόνα ανολοκλήρωτου, η ελπίς των αδυνάτων.



Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Απάντηση στον Γιαν Φαμπρ



Αγαπητέ μου Γιαν 
Κατ' αρχάς ψυχραιμία! Βγάλε το παλτό γιατί με αγχώνεις με αυτή τη ζέστη και ας πούμε δύο λόγια με ηρεμία. Ξέρεις ότι είμαστε ένας λαός που μας αρέσει να αυτομαστιγωνόμαστε και το εκμεταλλεύεσαι για να μας μαλώσεις. Πάλι! Αφού το ξέρεις ότι έχουμε κατά βάθος δίκιο. Δεν σε προκαλέσαμε εμείς αλλά εσύ ήρθες χωρίς να ανοίξεις τον παραμικρό διάλογο με την καλλιτεχνική κοινότητα και με νοοτροπία νεοαποικιοκράτη ανακοίνωσες το πρόγραμμα σου δηλαδή την φλαμανδοποίηση του Φεστιβάλ. Και έπειτα θύμωσες κιόλας επειδή αντιδράσαμε. Χωρίς να λάβεις υπ'όψη σου ότι ήρθες σ' ένα τόπο πληγωμένο και σ' ένα λαό καχύποπτο που περνάει εξαιρετικά δύσκολα κι έχει κουραστεί από τις "καλές" προθέσεις όλων όσων όσοι θέλουν να τον σώσουν ( π.χ    τον Ντάισενμπλουμ). Ανέλαβες έναν θεσμό λες και δημιουργήθηκε μόλις χτες, ab ovo, και χωρίς να υπολογίσεις την ιστορική συγκυρία, τα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα.
Γιαυτό αντί να στραφείς εναντίον όσων σε κάλεσαν, σε παραπληροφόρησαν, σε χρησιμοποίησαν, σε απομόνωσαν ανάμεσα Μπουμπουλίνας και Μαξίμου χωρίς λεφτά και σε έπεισαν ότι το Φεστιβάλ είναι πλέον προσωπική σου υπόθεση, τα έβαλες με αυτούς που στελέχωσαν ή στελεχώνουν, χρόνια τώρα, τον θεσμό με αγώνα, αγωνία και προσωπικές θυσίες. Αναλογίζομαι τι θα έκανε στη θέση σου π.χ  ο Peter Stein, παλιός φίλος και συνεργάτης του Φεστιβάλ.
Λειτούργησες δηλαδή πολύ ελληνικά δηλώνοντας "le Festival c'est moi" και φλαμανδοποιώντας κάθε του πτυχή και εκδήλωση. Επίσης δήλωσες ότι είσαι κιουρέητορ του εαυτού σου και όχι διευθυντής του Φεστιβάλ προσθέτοντας και άλλα προβλήματα, γραφειοκρατικά αυτή τη φορά, στον ήδη πολυταλαιπωρημένο θεσμό. 
Καημένε μου Γιάν! ( Όπως λέμε "καημένε μου Μάρικ" ).
Αντί να στραφείς εναντίον όσων σε εξαπάτησαν, λοιδορείς με ειρωνεία όχι σωκρατική αλλά φλαμανδική, δηλαδή λίγο πριμιτίφ, μόνο εκείνους που έκαναν το αυτονόητο: Υπερασπίστηκαν την ιστορία του Φεστιβάλ και την προϊστορία του. Που βέβαια δεν γράφτηκε χτες και δεν περίμενε τον Μπαλτά για να την αξιολογήσει! Επειδή το Φεστιβάλ και διεθνές είναι και τεράστιες περγαμηνές διαθέτει ως προς την αναβίωση και ερμηνεία του αρχαίου δράματος. Ελληνική πατέντα! Πειράζει;
Αλήθεια ενημερώθηκες για το έργο του Λούκου και το φετινό πρόγραμμα που ήδη το "έτρεχαν" εκατοντάδες καλλιτέχνες ή πείστηκες από τον Δούρο, τον Δούρειο Ίππο του θεσμού, ότι όλα αρχίζουν με σένα και από σένα; Αν συνέβη κάτι τέτοιο, διέπραξες μέγα λάθος. Βέβαια και εμείς διαπράξαμε λάθη και υπερβολές ( ήρθε η στιγμή της αυτομαστίγωσης που σου είπα). Έναν καλλιτέχνη δεν τον αποκαλούν ποτέ οι άλλοι καλλιτέχνες personna non grata. Μόνο που αυτός ο χαρακτηρισμός δεν σε αφορούσε ως δημιουργό αλλά ως διευθυντή- "σωτήρα" τοποθετημένο άνωθεν και αξιωματικά. Με αδιαφάνεια και με απόλυτες εξουσίες. Το νεοαποικιακό πνεύμα που σου έλεγα. Εξ ου και η ομόθυμη, η μαζική, η αυθόρμητη αντίδραση. Από την άλλη σε τιμά και η δική σου άμεση παραίτηση που έλυσε ένα γόρδιο δεσμό και βραχυκύκλωσε, για μιαν ακόμη φορά, γραφειοκράτες και παρατρεχάμενους. Γιαυτό σου λέω. Κι αν αλλάξαμε λόγια βαριά, ρίχτα όλα αν θες στη φωτιά... (είναι η γούνα σου που με εμπνέει). Γιατί θα άξιζε να τα ξαναπούμε σε πιο δημοκρατικό κλίμα. Και χωρίς ενδιάμεσους που χτίζουν καριέρες στη πλάτη " διασήμων", αυτή τη φορά. Επιπλέον δεν έχουμε καμιά πια εμπιστοσύνη στους ψευτοαριστερούς της κυβέρνησης λόγω απίστευτων ψευδών και παλινωδιών και ούτε βέβαια στις επιλογές τους.Καλώς ή κακώς ταυτίστηκες με όσους έδιωξαν τον Λούκο και βιάστηκαν να διαλύσουν ένα πολύ επιτυχημένο Φεστιβάλ.  Ευχαριστώ πάντως που έμαθες στον υπουργό μου την αληθινή πατρίδα του Vermeer. Λυπάμαι που δεν είχες την ευκαιρία να του μάθεις και τον Magritte και τον Broodthaers. Η μαύρη αλήθεια είναι ότι ήρθες σε ένα σαν κράτος, με έναν σαν υπουργό Πολιτισμού και έναν άλλο σαν πρωθυπουργό. Και για όλα αυτά βέβαια δεν φταις εσύ έστω κιαν δεν έπρεπε να τ'αγνοείς. Εμείς πάλι ακόμη περιμένουμε την παραίτηση του αποτυχόντος κ. Μπαλτά. Αυτό κι αν είναι φάμπρικα!
Ούτως ή άλλως ευχαριστούμε, για μίαν εισέτι φοράν, Γιαν Φαμπρ!

ΥΓ.1 Αναφέρεις στην επιστολή σου μερικά ονόματα Ελλήνων συνεργατών σου. Αυτοί γιατί δεν υπερασπίστηκαν το κοινό σας όραμα ενημερώνοντας σχετικά το καλλιτεχνικό σώμα της χώρας είτε με κείμενα είτε με δηλώσεις; Είχαν όλα τα ΜΜΕ στη διάθεση τους. Επίσης γιατί δεν εμφανίστηκαν στη συγκέντρωση της Σφενδόνης;  Να σου πω εγώ γιατί. Επειδή οι επιλογές σου όπως και οι επιλογές του ΥΠΠΟ ούτε ευρύτερο κύρος διαθέτουν ούτε άποψη. Ούτε βέβαια τόλμη. Αλλά είναι πρόσωπα των παρασκηνίων, αχθοφόροι του έργου των άλλων. Βλέπεις Γιαν για μιαν αποτυχία χρειάζονται περισσότεροι από έναν.
ΥΓ. 2 Την ίδια μέρα της σωφρονιστικής, αφ'υψηλού επιστολής σου οι New York Times  αφιέρωναν έναν ύμνο στους Έλληνες καλλιτέχνες και την συνεργασία τους με την Abramovic  στο Μουσείο  Μπενάκη και το πρόγραμμα As One.
Τελικά όλα τα πράγματα έχουν πάντα δυο όψεις.
Χαιρετισμούς στους συνεργάτες σου!
ΧΧΧ
 



Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Εξ Ουρανού - Το Άγιον Όρος από τα νέφη






Πριν τον όρθρο   (απόσπασμα)


Δεν ξεχνώ το χαμόγελο του Γέροντα Φιλήμονα,
από τη σκήτη του Προφήτου Ηλιού,
 μετά το τέλος μιας κοπιαστικής μέρας
γεμάτης διακονία...



Στο Άγιον Όρος ο ύπνος δεν είναι και πολύ φίλος και το σκοτάδι είναι πάντα διαπερατό από το εσωτερικό φως. Οι μαύρες σκιές των μοναχών, καθώς εγείρονται από τις στρωμνές τους στη μία μετά τα μεσάνυχτα, πυρπολούνται από φωτιά πνευματική χωρίς να κατακαίονται. Αυτό επιδιώκουν, τουλάχιστον. Το σήμαντρον πρώτα τους καλεί σε ιδιωτική προσευχή, να συνεχίσουν τη συνομιλία με τον Ερωμένο τους, που άφησαν πριν λίγες ώρες: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Αυτός είναι ο κανόνας. Στις δύο, η προσευχή γίνεται κοινή στο Καθολικό της Μονής ή στο Κυριακό της Σκήτης, όπου υπό το φως των κεριών και των καντηλιών οι καλόγηροι παίρνουν τις θέσεις τους στους χορούς για το Μεσονυκτικό. Στις τρεις, ψάλλεται ο Όρθρος, για να ακολουθήσει η Λειτουργία. Ήδη χαράζει. Η συνέχεια στην Τράπεζα, για ελιές, παξιμάδι και τσάι. Κι εδώ οι τοιχογραφίες, οι σκηνές από τον Ιωάννη της Κλίμακος, ή τον Συμεών, τον Νέο Θεολόγο, οι εικόνες της Δευτέρας Παρουσίας υπομιμνήσκουν το καθήκον για συνεχή άσκηση. Η χαρά της ζωής έγκειται στη νήψη (την ανάνηψη από την αμαρτία) , στα όσα περιέγραψαν με λόγο και με έργο οι νηπτικοί πατέρες. Στις τρεις μετά το μεσημέρι σημαίνει ο Εσπερινός (σ’ άλλα μοναστήρια στις πέντε), στις επτά το βράδυ το Απόδειπνον, για να ξαναρχίσει ο κύκλος την επόμενη μέρα. Αενάως. Ώσπου να κοιμηθεί ο κάθε γέροντας, για να ανοίξει τα μάτια του στην αιώνια ζωή. Κι ώσπου να τον οδηγήσουν οι συναθλητές του με χαρμολύπη σε μια τρύπα γης έξω από τη Μονή, τυλιγμένο με το ράσο του το ίδιο, διαρκές σάβανο και σε ζωή και σε θάνατο. Ο ασκητής είναι πεθαμένος βιοτικά αλλά όχι νεκρός.

Ιστορεί ο Ν.Γ.Πεντζίκης: «…θά θελα να δείτε το Άγιον Όρος σαν μια φρέσκια σάρκα που μιλεί τη γλώσσα της αιωνιότητας».Ιδού πώς ένα παιδί παρετυμολόγησε το αρχαίο όνομα του Άθω: Α και Ω= αρχή και τέλος, Θ στη μέση= ο Θεός. Σαν εικόνα το Άγιον Όρος οδηγεί από το άμεσο κατευθείαν στο νοούμενον…
Και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο απολογητής της ορθόδοξης εικονογραφίας: «Πώς εικονισθήσεται το αόρατον; Πώς εικασθήσεται το ανείκαστον; Πώς γραφήσεται το άποσον και αμέγεθες και αόριστον; Αν το κείμενο αυτό δεν προερχόταν από τον πιο βαθύ Μεσαίωνα, θα έλεγε κανείς πως το γράφει κάποιος σύγχρονος αισθητικός της conceptual ή της minimal art. Γιαυτό ισχυρίστηκα από την αρχή ότι δεν είναι εύκολος τόπος ο Άθως, ούτε προσφέρεται για γραμμικές μονοσήμαντες ερμηνείες. Πρόκειται για μια παράδοση σθεναρή, που αντιστέκεται, που αρνείται τη μηχανική εκλογίκευση, που επιχειρηματολογεί για το παράλογο, που περιφρονεί –αυτή είναι η λέξη- περιφρονεί όσους αποθεώνουν τη ματαιότητα και κορρένυνται από το εφήμερο. . Στο Άγιον Όρος ένας άθεος βολεύεται καλύτερα από τους λογής ευσεβιστές. Κι αυτό οι οξυδερκείς πατέρες το αντιλαμβάνονται.
Αυτό που σήμερα κυριολεκτικά συγκλονίζει στο Όρος είναι η θαυμαστή αναβίωση, χωρίς εκπτώσεις ιδεολογικές ή φολκλοριστικές, της μεγάλης ησυχαστικής, νηπτικής, φιλοκαλικής παράδοσης. ΄Ο,τι δίδασκε ο Μέγας Αντώνιος το 270 περίπου, στη μόνωση της αιγυπτιακής ερήμου, χίλια χρόνια πριν τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης- αποτελεί λαμπρό πρότυπό του- ό,τι έγραψε ο μυστηριώδης Διονύσιος Αρεοπαγίτης το 500 περίπου, ό,τι υποστήριζαν οι σιναϊτες πατέρες, ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής, ο Άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που μόνασε σ’ ένα κελί δίπλα στο Βατοπέδι, γύρω στα 1320- 25 και αργότερα , το 1331 κοντά στη Λαύρα, συγγράφοντας τις «Τρεις Τριάδες υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», είναι σήμερα ζωντανό και επίκαιρο. Η διδασκαλία του Γρηγορίου επικυρώθηκε το 1341, από τις αθωνικές αρχές πρώτα, από δύο συνόδους έπειτα, που συνήλθαν στην Πόλη και καταδίκασαν τον αντίπαλό του μοναχό – Βαρλαάμ[1][1]. Είναι γοητευτικός και βαθιά ποιητικός ο τρόπος που ο Άγιος Μάρκος Εφέσου, ο Ευγενικός, ερμηνεύει τη μυστική προσευχή « Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Το κείμενό του εμπεριέχεται στον τελευταίο τόμο της ελληνικής «Φιλοκαλίας» , (όπ.αν.σελ.66), ενώ αυτή η λέξη γίνεται διάσημη στα σλαβόνικα, μεταφρασμένη ως Dobrotoliubie. Τεχνικές περισυλλογής, απόλυτη αγάπη, διαρκής προσευχή, αναζήτηση του άκτιστου φωτός, θέωση του ανθρώπου με μέσα πνευματικά, «το να γίνει η σάρκα πνεύμα» που ήθελε ο Καζαντζάκης, έρωτας για το κάλλος στην απόλυτή του έκφραση, δηλαδή τον Θεό – να που αναβιώνει κι ένας χριστιανικός «πλατωνισμός»-, ενεργός κι όχι αφηρημένη σοφία, ώστε να καθαίρονται σώμα και νους μέσα από μία ατομική αλλά και συλλογική (κοινοτική) εμπειρία. Ιδού πώς επιτυγχάνεται η «νηψις», η βαθύτερη γλύκα που εμποτίζει την ψυχή, πραϋνοντάς την από την υπερβολή, τον πειρασμό, τους αρνητικούς διαλογισμούς.


 Η ανανέωση του Ησυχασμού στον Άθω συντελείται μετά την Άλωση αλλά και τον 18ο αιώνα, την εποχή δηλαδή που το «κίνημα» διαδίδεται και στη Ρωσία και στη Ρουμανία ως αντίρροπο επιχείρημα προς το Διαφωτισμό. Με δημοσίευση των σχετικών κειμένων υπό τον γενικό τίτλο «Φιλοκαλία»,  αποτελεί μίαν οιονεί απάντηση. Ιδιαίτερα στον ελλαδικό χώρο, εισηγητής αυτής της ανανέωσης είναι ο Κερκυραίος Ευγένιος Βούλγαρης(1716-1806) και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος ο Ε΄, ο οποίος τοποθέτησε τον πρώτο επικεφαλής της εν σπαργάνοις Ακαδημίας του Αγίου Όρους. Λεπτομέρεια: Οι Αθωνίτες μοναχοί έβλεπαν πάντα με δυσπιστία και τον Βούλγαρη και τη Σχολή, το κτίριο της οποίας τελικά κατέστρεψαν. Όμοια εγκατέλειψε τον Άθω και ο Αθανάσιος ο Πάριος(1714-1770), για να αναλάβει τη Σχολή της Χίου. Ανάλογο υπήρξε και το κίνημα των Κολλυβάδων την ίδια εποχή, μια τάση στην πρωτοχριστιανική – αποστολική παράδοση και καταγγελία της όποιας εμπορευματοποίησης της πίστης. Αυτό το ησυχαστικό πνεύμα θα ενστερνιστεί για όλη του τη ζωή ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, έναν αιώνα αργότερα. Ίσως γιαυτό παραμένει ακόμη αινιγματικός για όσους επείγονται να του φορέσουν μοντερνιστικά ή φολκλοριστικά κουστούμια του συρμού.

 
Πεζοπορώντας στον Άθω ή εισερχόμενος μισονυσταγμένος και εν ρέμβη στις σκοτεινές λιτές και στα ημιφωτισμένα καθολικά των μοναστηριών, είδα ανάμεσα στις άλλες σκιές που έψελναν ή που προσκυνούσαν γονυπετείς τις εικόνες, είδα- τ’ ορκίζομαι- τον κυρ Αλέξανδρο, τον κυρ Φώτη, τον Σπύρο Παπαλουκά με τα πινέλα του αχόρταγα, έτοιμο για να αναζητήσει το πρώτο φως, τον κυρ Νίκο να αδειάζει απ’ τον υπνόσακό του την έλαφο των άστρων, αλλά και τον Φιοντόρ ή τον Σολόβιεφ να περιεργάζονται τις τοιχογραφίες και τον Ρίμσι-Κόρσακοφ να ξαναψέλνει το «Πάτερ ημών»…



Μάνος Στεφανίδης, Neuchâtel, Οκτώβριος – Νοέμβριος 2013


Σημείωση: Οι φωτογραφίες είναι του Αριστείδη Κοντογεώργη και δημοσιεύονται στο βιβλίο.

[1]      Aρχιμ. Πλακίδα Deseille, « Φιλοκαλία, Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας στον κόσμο και η ακτινοβολία της», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, Αθήνα, 1999, σελ. 63-64